18 Ιουλ 2011

Πώς θα αλλάξει εκ βάθρων ο χαρακτήρας του ελληνικού πανεπιστημίου; (Του Αχιλλέα Γραβάνη - TA NEA, 2 Ιουλίου 2011)

Είναι γνωστό τοις πάσι ότι μεγάλος αριθμός ελλήνων επιστημόνων (υπολογίζεται σε περίπου 12.000) εργάζεται με εξαιρετικές επιδόσεις στα κορυφαία πανεπιστήμια της Ευρώπης και των ΗΠΑ. Ενας σημαντικός αριθμός από αυτούς επιστρέφει στην Ελλάδα, μπολιάζοντας τα δικά μας πανεπιστήμια με εξαιρετικής ποιότητας εκπαιδευτικό και ερευνητικό προσωπικό. Η απόδοση των περισσότερων όμως από τους παλιννοστούντες πέφτει κατακόρυφα. Κατά τη γνώμη των περισσότερων εξ ημών, που έχουν τη διπλή εμπειρία της εργασίας στο εξωτερικό και της επιστροφής στην πατρίδα, το γεγονός αυτό οφείλεται κυρίως στις διαφορές στο θεσμικό καθεστώς διοίκησης, επιλογής των καθηγητών και οικονομικής διαχείρισης του πανεπιστημίου.

Στη συντριπτική πλειονότητα των ανεπτυγμένων χωρών, τα πανεπιστήμια διοικούνται από ολιγομελή Συμβούλια τα οποία επιλέγουν με αξιοκρατικές διαδικασίες τον Πρύτανη και τους Κοσμήτορες των Σχολών που απαρτίζουν την ολιγομελή Σύγκλητο. Τα μέλη του Συμβουλίου εκλέγονται από τους καθηγητές του ιδρύματος. Αυτό το σύστημα διοίκησης έχει αποδειχθεί εκ του αποτελέσματος εξαιρετικά λειτουργικό και ευέλικτο. Γι' αυτό άλλωστε, εδώ και πολλές δεκαετίες, είναι διεθνώς το κυρίαρχο μοντέλο. Η Σύγκλητος επεξεργάζεται, σχεδιάζει και προτείνει προς το αποφασίζον Συμβούλιο λύσεις για τα ακαδημαϊκά και τα ερευνητικά θέματα, ενώ ο Πρύτανης επιλαμβάνεται της καθημερινής διοικητικής διαχείρισης του ιδρύματος. Πρύτανης και Σύγκλητος λογοδοτούν στο Συμβούλιο.

Αντίθετα με τα διεθνώς επικρατούντα, στη χώρα μας το πανεπιστήμιο διοικείται από τον Πρύτανη και την πολυπληθή και δυσκίνητη Σύγκλητο. Πρύτανης και Σύγκλητος δεν λογοδοτούν σε κανέναν! Το εκλογικό σώμα της επιλογής του Πρύτανη αποτελείται από τους καθηγητές (50%), τους διοικητικούς υπαλλήλους (10%) και τους φοιτητές (40%) του ιδρύματος. Αυτή η διαδικασία επιλογής των διοικητικών οργάνων του ελληνικού πανεπιστημίου έχει οδηγήσει στον ασφυκτικό κομματικό εναγκαλισμό του και στον περιορισμό της αυτόνομης λειτουργίας του: ο Πρύτανης προκειμένου να έχει ευχαριστημένους τους πολυπληθείς και διαφορετικών συμφερόντων εκλέκτορές του (φοιτητές, καθηγητές, διοικητικό και τεχνικό προσωπικό), λειτουργεί περισσότερο σαν πολιτικός, «στρογγυλεύοντας» διαρκώς τις αποφάσεις του, ή αποφεύγοντας να πάρει δύσκολες αποφάσεις που θίγουν συμφέροντα - χρειάζεται τις ψήφους για την επανεκλογή του. Από την άλλη, η πολυπληθέστατη Σύγκλητος (Κοσμήτορες των Σχολών, Πρόεδροι των Τμημάτων, εκπρόσωποι των καθηγητών από κάθε Τμήμα και μεγάλος αριθμός εκπροσώπων των φοιτητών) είναι εξαιρετικά δυσκίνητη, σπάνια αποφασίζει για ζέοντα θέματα, συνήθως αναλώνεται σε ατέρμονες συζητήσεις και ανάλογες πολιτικές αντιπαραθέσεις.

Στα πανεπιστήμια του εξωτερικού, οι καθηγητές επιλέγονται ή προάγονται από ολιγομελείς επιτροπές 5-7 καθηγητών. Συνήθως οι κριτές είναι οι, βάσει των ακαδημαϊκών τους επιδόσεων, άριστοι στο συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο της προκηρυγμένης θέσης - και κατά συνέπεια ασφαλείς επιστημονικά να κάνουν αξιοκρατική κρίση. Στην πατρίδα μας, οι καθηγητές επιλέγονται ή προάγονται από εκλεκτορικά σώματα 21 καθηγητών (για χρόνια ήταν 30!), όχι απαραίτητα του συγκεκριμένου γνωστικού αντικειμένου της προκηρυγμένης θέσης και πολλές φορές με σημαντικά υποδεέστερο ακαδημαϊκό έργο συγκριτικά με το έργο εκείνων τους οποίους κρίνουν. Ετσι, ένας χειρουργός επιλέγεται από βιοχημικούς, ακτινολόγους, ψυχιάτρους, φυσικούς: η αξιοκρατία σε ασφυκτικό «δημοκρατικό» εναγκαλισμό!

Η οικονομική διαχείριση των πόρων των πανεπιστημίων στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ ενισχύει την αυτονομία τους, ακολουθώντας ευέλικτα ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια και διαδικασίες κάτω από τη διαρκή λογοδοσία και τον έλεγχο του Συμβουλίου, το οποίο με τη σειρά του είναι νομικά υπόλογο στην Πολιτεία. Η διαχείριση της δημόσιας και ιδιωτικής χρηματοδότησης από ερευνητικά προγράμματα, χορηγίες, έσοδα από παροχή υπηρεσιών, ή την εμπορική εκμετάλλευση της παραγόμενης πνευματικής ιδιοκτησίας, γίνεται από κοινού από το Συμβούλιο και τον Πρύτανη. Αντίθετα, στη χώρα μας το πανεπιστήμιο λειτουργεί κάτω από τον ασφυκτικό οικονομικό έλεγχο του δημόσιου λογιστικού και των ανελαστικών και ελάχιστα ευέλικτων «κωδικών χρήσης» που οδηγούν πολλές φορές τους Πρυτάνεις σε διαχειριστική απόγνωση και πλήρη αδυναμία να ανταποκριθούν στα καθήκοντά τους. Στο Πανεπιστήμιο Κρήτης θυμόμαστε με τρόμο τούς, σε εκκρεμότητα, οικονομικούς καταλογισμούς σε έντιμους και άξιους συναδέλφους που, απλά, έκαναν το καθήκον τους - και ακόμη ταλαιπωρούνται στα δικαστήρια.

Τις ημέρες αυτές φιλοξενούνται στις εφημερίδες οι προτάσεις του υπουργείου Παιδείας για τη μεταρρύθμιση και τον εκσυγχρονισμό των πανεπιστημίων μας. Είναι παρήγορο ότι οι περισσότερες αλλαγές που προτείνονται έχουν αναφορά στη διεθνή εμπειρία διοίκησης και λειτουργίας του πανεπιστημίου, όπως αυτή αναφέρθηκε παραπάνω. Η εφαρμογή επιτέλους στα πανεπιστήμιά μας των διεθνώς δοκιμασμένων διαδικασιών διοίκησης και λειτουργίας τους θα απελευθερώσει τις ποιοτικές δυνάμεις τους, οι οποίες σήμερα στενάζουν κάτω από το υπάρχον κομματικοποιημένο και σε πολλές περιπτώσεις αναξιοκρατικό και φαύλο καθεστώς λειτουργίας τους. Το ελληνικό πανεπιστήμιο διαθέτει το επιστημονικό προσωπικό για να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στην πρόκληση του εκσυγχρονισμού του.

Ο Αχιλλέας Γραβάνης είναι καθηγητής Φαρμακολογίας στο Τμήμα Ιατρικής του Πανεπιστημίου Κρήτης

26 Απρ 2011

Ανάγκη για δημιουργία πολιτικών ή κοινωνικών νέων σχηματισμών; (Κώστας Δροσάτος - Νέα Υόρκη, 26/4/2011)

Το τελευταίο διάστημα, με δεδομένη την οικονομική κρίση και την καχυποψία έναντι των υπαρχόντων πολιτικών σχημάτων, έχει προκληθεί έντονη συζήτηση σχετικά με την ανάγκη πολιτικών μεταβολών. Αυτές αφορούν σε αλλαγές από τη δομή του πολιτικού συστήματος, δηλ. το Σύνταγμα, ως τους φορείς άσκησης πολιτικής δηλ. τα πολιτικά κόμματα.
Οι προτάσεις για τη δημιουργία νέων φορέων ευρύτερης λαϊκής βάσης είναι ενδιαφέρουσες. Υπάρχουν ωστόσο ενστάσεις που αφορούν στη διαδικασία και όχι στον τελικό στόχο. Με όλη την αξία που εμπεριέχει η θεμελιώδης για μια κοινωνία αξία της δημοκρατίας ως πολίτευμα και όχημα έκφρασης και πρόσβασης των πολιτών στα κέντρα λήψης αποφάσεων, οι σύγχρονες συνθήκες της κοινωνίας των Ελλήνων τόσο εντός όσο και εκτός Ελλάδας περιορίζουν τη δυναμική και την τελεονομία της. Η κύρια αιτία γι' αυτό είναι η σε κάποιες περιπτώσεις ετερόκλητη αδρανοποίηση και στις περισσότερες περιπτώσεις οικειοθελής αποστασιοποίηση των υγιών μονάδων της κοινωνίας των Ελλήνων,. Η αδρανοποίηση αυτών των μονάδων συνοδεύτηκε από τη δυναμική δραστηριοποίηση στοιχείων μετριότητας, τα οποία καθιέρωσαν αντίστοιχα μέτριας ποιότητας μοντέλο λειτουργίας στις παραγωγικές δομές και στα κέντρα λήψης αποφάσεων της κοινωνίας. Κύριο χαρακτηριστικό αυτού του μοντέλου λειτουργίας είναι η αυτο-αναπαραγωγή του και η περιθωριοποίησή του από το ζωτικό χώρο του παγκόσμιου πολιτικού και κοινωνικού γίγνεσθαι.
Η αναθεώρηση του συντάγματος, η οποία έχει πολλάκις προταθεί από αξιόλογα στελέχη της πνευματικής ηγεσίας της Ελλάδας, αποτελεί κομβικής σημασίας αλλαγή για την ανασύσταση του κοινωνικού ιστού. Ωστόσο, για να είναι επιτυχημένη χρειάζεται να προηγηθεί μια σειρά από κοινωνικές μεταβολές που θα αφορούν στη νοοτροπία ώστε να καθιερωθούν πρακτικές που θα επιδοκιμάζουν την αριστεία και θα ευνοούν την καινοτομία. Αν η κοινωνία δεν αναμορφώσει τις δομές και τις αξιακές προτεραιότητές της, οποιαδήποτε νομική τροποποίηση θα ενισχύσει τον τρέχοντα φαύλο κύκλο της ανομίας και της αναποτελεσματικότητας.
Η διέξοδος από αυτό το τέλμα μπορεί να συμβεί με δύο τρόπους:
1. Με ένα δυναμικό τρόπο, δηλαδή με τη δημιουργία ενός ή περισσότερων οργανισμών λαϊκής βάσης ως πρώτο βήμα που θα αντικαταστήσει ή θα επιχειρήσει να αντικαταστασήσει την υπάρχουσα δομή. Αυτό το εγχείρημα ενέχει σενάρια σύγκρουσης και έντονης αντιπαράθεσης, στις οποίες θα επενδυθούν σημαντικά ποσά χρόνου και προσωπικής ενέργεια. Ενώ είναι πιθανό οι υγιείς δυνάμεις να επικρατήσουν, το συγκρουσιακό κλίμα θα αποδυναμώσει την καθολικότητα του εγχειρήματος και θα αποθαρρύνει τις υγιείς αλλά μετριοπαθείς μονάδες της κοινωνίας από την ενεργή συμμετοχή. Έτσι θα καταστεί δύσκολη η αποκατάσταση σχέσεων εμπιστοσύνης και η δημιουργία της πεποίθησης ότι το νέο δεν αποτελεί απλά διαφορετική έκφανση του παλιού, αλλά ότι αξίζει της συσπείρωσης των ισχυρών μονάδων της κοινωνίας γύρω από αυτό. Έτσι και η ευρύτητα της βάσης του εγχειρήματος θα αποδυναμωθεί και οι έχοντες οικονομική και πολιτική δύναμη και επιρροή θα επιλέξουν επιφυλακτική στάση.
2. Με έναν πιο ήπιο και προσεκτικά σχεδιασμένο τρόπο που θα θέσει στο επίκεντρο την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής και δημιουργίας ερείσματος στη βάση της κοινωνίας. Σε αυτή την περίπτωση η δημιουργία ενός ή περισσότέρων κομμάτων δεν θα είναι το πρώτο βήμα αλλά το τελικό. Σαν αρχικά βήματα χρειάζεται να δημιουργηθούν μικρές και καλά ελεγχόμενες ομάδες υγιώς σκεπτόμενων πολιτών που θα έχουν ως κύριο στόχο τους τη στοχευμένη υποστήριξη της αριστείας στην επιστήμη, στην οικονομία, στις τέχνες και στη φιλανθρωπία. Η ορθή λειτουργία τέτοιων ομάδων που θα ενισχύσουν τις υγιείς μονάδες της κοινωνίας θα διέπεται από διαφάνεια, αντικειμενικότητα, συνέπεια και συνέχεια δράσης. Αυτά τα στοιχεία σε συνδυασμό με την καθιέρωση αρχών λειτουργίας όπως το ασυμβίβαστο πρόσβασης στις παροχές από τους λειτουργούς αυτών των ομάδων και ο περιορισμός του ερασιτεχνισμού θα πείσουν την κοινωνία ότι επιτελείται σημαντικό έργο από συγκεκριμένες ομάδες και η ίδια η κοινωνία θα απευθύνει πρόσκληση ανάληψης δραστηριοτήτων ευρύτερης κλίμακας. Στο μεσοδιάστημα οι προβληματικές μονάδες και ομάδες είτε θα αυτοπεριθωριοποιηθούν είτε θα εκπέσουν λόγω ανυπαρξίας δράσεων και αντικειμένου.
Εν κατακλείδι, η κατάλληλη προσέγγιση πριν τη δημιουργία οργανισμών κοινωνικής βάσης είναι η δημιουργία μικρών ομάδων στοχευμένης δράσης που θα αναλάβουν την ευθύνη αποκατάστασης των σχέσεων εμπιστοσύνης με την ευρεία κοινωνική βάση. Αυτές οι ομάδες μπορούν να είναι ιδρύματα δράσεων συγκεκριμένου ενδιαφέροντος, όμιλοι σκέψης, επιστημονικοί σύλλογοι και επαγγελματικές οργανώσεις. Όταν αυτές οι ομάδες πείσουν για την ορθότητα της λειτουργίας τους, τότε θα ενεργοποιηθούν αυτόματα εκείνες οι ζυμώσεις που θα οδηγήσουν στην ομαδοποίηση των μικρών αυτών ομάδων και στην ανάπτυξη δραστηριοτήτων μεγαλύτερου βεληνεκούς με προφανή οφέλη για την ορθή λειτουργία της κοινωνίας.

12 Απρ 2011

Πατριδα στην Διασπορα (Tου Νικου Γ. Ξυδακη - Kαθημερινη)

Είναι αλήθεια λοιπόν. Απομακρυνόμενος γεωγραφικά από την Ελλάδα, τη βλέπεις πιο καθαρά. Και βλέπεις επίσης τους άλλους Ελληνες, της διασποράς, τους μη Ελλαδίτες, αυτούς που δεν τους λογιαριάζεις όταν τρώγεσαι με τα ρούχα σου και με τον διπλανό σου, εσύ, ο αυτάρεσκος Ελλαδίτης, ο κλεισμένος στον κύκλο της έριδος και της κατακραυγής, ο πιασμένος στον κύκλο της απαισιοδοξίας και της ανημπόριας.

Βλέπεις πιο καθαρά τους Ελληνες. Και αντιλαμβάνεσαι, μάλλον αισθάνεσαι σωματικά, ότι οι Ελληνες της διασποράς είναι ενημερωμένοι, είναι πολιτικοποιημένοι, πονάνε τον τόπο, και κυρίως δεν φοβούνται να πουν τη λέξη πατρίδα. Συντηρητικοί, αριστεροί, διανοούμενοι, επιχειρηματίες, επιστήμονες, βαθύπλουτοι και βιοπαλαιστές, καλλιτέχνες, εκδηλώνουν τον πατριωτισμό τους ανοιχτά, απερίφραστα, θερμά, ανιδιοτελώς (πώς αλλιώς;).

Ισως αυτά τους διαφορίζουν από τους κακορίζικους Ελλαδίτες: η ανιδιοτέλεια, το καθαρό βλέμμα, ο άδολος πατριωτισμός. Ιδίως όσοι προκόβουν και σταδιοδρομούν στα εξόχως ανταγωνιστικά πεδία των ΗΠΑ είναι εκτεθειμένοι σε μια νοοτροπία αριστείας και αξιοκρατίας, άνευ της οποίας ουδέν επιτυγχάνει ο μέτοικος, κι αυτή τη νοοτροπία θέλουν να δουν και στην Ελλάδα. Και βεβαίως είναι εκτεθειμένοι στη νοσταλγία, αλλά όχι για μια ιδεατή Ελλάδα που έχουν να τη δουν δεκαετίες, διότι τη βλέπουν κάθε χρόνο· η νοσταλγία τους κατευθύνεται προς μια Ελλάδα ήδη εξελιγμένη που την έχουν δει να μην υστερεί στο υλικό μέρος. Η νοσταλγία τους αναζητεί μια ηθικά ακέραιη Ελλάδα - αυτή που δεν υπάρχει. Αυτή τη νοσταλγία τους την ένιωσα μεταδοτική και ευεργετική.

Οι κοσμοπολίτες και καλλιεργημένοι Ελληνες των ΗΠΑ, 30 - 50 ετών, αριστούχοι των πιο φημισμένων πανεπιστημίων και αριστούχοι στις μπίζνες, είναι επίσης εκτεθειμένοι στον αμερικανικό πατριωτισμό, που είναι φλογερός, συνταγματικός πατριωτισμός, με δημοκρατικές ρίζες.

Και από μια τεθλασμένη διαδρομή αναβαπτίζουν τον πατριωτισμό τους προς την Ελλάδα στην αμερικανική κολυμπήθρα και τον ξαναβρίσκουν: άδολο, δημοκρατικό, ανιδιοτελή, θερμό. Τέτοιον που στον ελλαδικό χώρο δεν τολμούμε καν να τον ονοματίσουμε, όχι να τον διακηρύξουμε.

Τι μπορούμε να κάνουμε για την πατρίδα; Αυτή τη βαθιά κουβέντα την άκουσα από πολύ διαφορετικούς ανθρώπους, μέσα σε δέκα αμερικανικές ημέρες· από κορυφαίους πανεπιστημιακούς, λόγιους, επιχειρηματίες, τεχνοκράτες. Δεν είχα απαντήσεις. Τι να πω; Αντίκριζα μια πλουσιότατη δεξαμενή ταλέντων, σκέψης, ζωτικότητας, που τροφοδοτεί τον Νέο Κόσμο που τους υποδέχθηκε.

Από αυτή τη ζωτικότητα μπορεί να ωφεληθεί και ο χειμαζόμενος ελλαδικός κορμός. Με κάθε τρόπο και κάθε σχήμα συνεργασίας, με μικροδίκτυα και άμεσες συμπράξεις, προπάντων με ειλικρίνεια και σεβασμό προς αυτούς τους πολύτιμους συμπατριώτες. Τους έχουμε ανάγκη, μας έχουν ανάγκη. Οπως μου είπε σαραντάρης πλούσιος: Αν βουλιάξει η Ελλάδα, τι θα είμαστε; Τίποτα!

11 Μαρ 2011

"Ζητώ συγγνώμη ως πολίτης" (Τάσος Φούντογλου)

Τις τελευταίες ημέρες ομολογώ ότι η οργή έχει κάπως καταλαγιάσει μέσα μου. Έχασε εκείνη την πρώτη της ορμή, καθώς μου ανακοίνωναν οι κυβερνώντες μου ότι ζω σε μια χώρα υπό πτώχευση. Ότι όλα αυτά τα χρόνια έχτιζα την προσωπική μου διαδρομή, σε τούτη την μικρή κώχη του κόσμου, πάνω σε αρρωστιάρικα θεμέλια και ανεύθυνες φλυαρίες.

Στην πορεία απώλεσε και την όποια ορμή της έδιναν τα τηλεοπτικά παραληρήματα των κατεξοχήν υπεύθυνων αυτής της κρίσης, καθώς και τα υπουργικά διαγγέλματα των μωρών παρθένων του συστήματος για τους απανταχού κοπρίτες.

Τώρα, λοιπόν, που ηρέμησα μπορώ και εγώ, ως ένας απλός πολίτης αυτής της χώρας, να ψελλίσω επιτέλους ένα συγγνώμη. Συγγνώμη, για όλα αυτά τα χρόνια που αντιμετώπιζα τις εκλογές σαν μια ακόμα ευκαιρία για καφέ και ευτελή συζήτηση περί ανέμων και υδάτων. Που σταύρωνα στο ψηφοδέλτιο όλες τις ανασφάλειες και τις αδυναμίες του εγώ μου, επιλέγοντας κάθε φορά όσους έστεκαν ένα σκαλοπάτι κάτω από εμένα, γιατί οι από πάνω με εκνεύριζαν που ήσαν τέτοιοι. Ικανοί και άξιοι.

Βαριόμουν, όμως, αφάνταστα να συνομιλώ κάθε φορά μαζί τους γιατί μου ‘λεγαν πράματα ακατάληπτα, πρωτόγνωρα για μένα. Και το διάβασμα εξωσχολικών βιβλίων δεν ήτανε ποτέ το φόρτε μου. Τον μέτριο, εξάλλου, τον κουλαντρίζεις με ευκολία μεγαλύτερη. Σηκώνεις, άμα λάχει, και το τηλέφωνο και του ζητάς ότι σου κατέβει στο κεφάλι. «Όχι» δεν θα πει αυτός. Γνωρίζει ότι μόνο με τα «ναι» και τα «χαμόγελα» μπορεί την καριέρα του να στήσει.

Συγγνώμη, για όλα αυτά τα χρόνια που έβλεπα την πολιτική ως μέσο συμμαζέματος της σκόρπιας της ζωής μου. Μαλθακός και τεμπελάκος ήμουν, όσο και ο μέσος όρος. Ούτε δράμι παραπάνω. Αυτό το υπογράφω. Αλλά έλα που οι συνετοί παλιότεροι, μου έμαθαν το βύσμα και το προσωπικό το μέσον.

Στο πανεπιστήμιο είχα την πρώτη «συνάντηση» μαζί τους. Τότε που οι κολλητοί των παρατάξεων, φίλοι μου δεν αντιλέγω, αβρόχοις ποσί εξασφάλιζαν τα πενταράκια» τους και μόλις έπαιρναν το πολυπόθητο πτυχίο, βουρ για το αγορασμένο μεταπτυχιακό, το πληρωμένο από τις τύψεις του υπόχρεου σε αυτούς καθηγητή τους. Αλλά και στον στρατό, τα ίδια και απαράλλαχτα, με τη «σειρά» μου να παίρνει μετάθεση στην πόλη του, γιατί το μέσο μου δεν άντεξε στο «μπρα ντε φερ» με το δικό του.

Και τώρα που αποφάσισα γιατρός να γίνω, ειδικός με γνώσεις και άλλα τέτοια, μου είπανε πως στην ουρά πρέπει να σταθώ, εκτός και αν ο «μπάρμπας» μου γνωριμίες πολύτιμες έχει φτιάξει, και αμελλητί με βάλει σε θέση καμωμένη μόνο για την αφεντομουτσουνάρα μου. Ψέλλισα κάποτε κάτι για εξετάσεις αδιάβλητες σε έναν υπουργό που μας έκανε την τιμή να μας επισκεφτεί επί το έργον στα επείγοντα, και αυτός μου χαμογέλασε. Μάλλον δεν κατάλαβε ο ανόητος τι ακριβώς του έλεγα.

Συγγνώμη, για όλα αυτά τα χρόνια που έβλεπα τον συγγενή μου και τον φίλο μου να λαθροβιεί μες στην ασφάλεια του Δημοσίου, και δεν του απηύθηνα ποτέ μου μια παραίνεση να κάνει υπεύθυνα και σοβαρά τη δουλειά που του αναθέσανε.

Όπως κάποτε, που η γιαγιά μου η Σουλτάνα γυρνώντας από το ιατρείο του χωριού θλιμμένη για την ανάρμοστη συμπεριφορά του εκεί αγροτικού γιατρού, με πήρε τηλέφωνο και μου είπε αυτολεξεί: Μην κάνεις ποτέ σου γιόκα μου καμιά γιαγιά να νιώσει τόσο άσχημα σαν χτυπήσει την πόρτα της δικής σου γνώσης. Και από τότε φροντίζω να τηρώ την παραίνεσή της τούτη.

Σε μια χώρα ενός εκατομμυρίου δημοσίων υπαλλήλων, που όλοι μας έχουμε έναν από αυτούς να περιφέρεται στους δρόμους της ζωής μας, δεν μας χρειάζονται ούτε νόμοι, ούτε διαγγέλματα υπουργών για να τους μάθουνε να κάνουν τη δουλειά τους. Μια απλή παραίνεση δική μας αρκεί για να τους αλλάξει.

Συγγνώμη, τέλος, για την εδώ και χρόνια νοοτροπία μου. Της αρπαχτής, της ευκολίας και της εντυπωσιακής βιτρίνας.

Συγγνώμη, που άφησα να με κάνουν σαν τα μούτρα τους οι νεόπλουτες κυράτσες των βορείων προαστίων και, συνεχώς, να ψάχνω τις πολύτιμες στιγμές της ευτυχίας, μέσα σε θλιβερούς εμπορικούς παράδεισους, ντιζαϊνάτες φίρμες, φτιαγμένες μες της ανέχειας τις ασιατικές τις φάμπρικες, ακριβοπληρωμένα αυτοκίνητα και άλλες λοιπές παρόμοιες ανοησίες. Έτσι με μάθανε, όμως, και μου είναι κομμάτι δύσκολο να τις πετάξω από εντός μου.

Το συγγνώμη το δικό μου σίγουρα δεν προσδοκώ να αλλάξει, ούτε κατ’ ελάχιστο, τον ρου της ιστορίας. Είναι τέτοια η δύναμη της ανωνυμίας του που θα το εξαφανίσει μονομιάς και ίχνη του μονάχα προσδοκώ να απομείνουν μέσα στις αράδες αυτού του ιστολογίου. Οι πολλές συγγνώμες, όμως, ίσως έχουν καλύτερη κατάληξη και οδηγήσουν κάπου.

Και το κυριότερο: Ίσως αναγκάσουν και τα ψοφοδεή της εξουσίας μας να σκύψουν το κεφάλι ντροπιασμένοι και να αποχωρήσουν, δίχως τιμές και χειροκρότημα, από της σκηνής τα φώτα. Εγώ, ως πολίτης, ένα συγγνώμη μπορώ να πω. Όχι όμως και δαύτοι…

21 Φεβ 2011

Η Τουρκια κερδιζει τη μαχη των ΑΕΙ (ΒΗΜΑ - 20 Φεβρουαριου 2011)

Την ώρα που στην Ελλάδα η κυβέρνηση επιχειρεί να εισαγάγει μεταρρυθμίσεις και αλλαγές στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, η γειτονική Τουρκία βλέπει πολλά πανεπιστήμιά της, κυρίως μη κερδοσκοπικά, να καλπάζουν στις λίστες με τα καλύτερα ακαδημαϊκά ιδρύματα στον κόσμο. Κατανοώντας την επιθυμία πολλών οικογενειών, προερχόμενων όχι μόνο από τα παράλια της Μικράς Ασίας αλλά και από πόλεις της Ανατολίας, να σπουδάσουν τα παιδιά τους, τόσο το κράτος όσο και κορυφαία ονόματα της τουρκικής επιχειρηματικής ελίτ ενθάρρυναν τη δημιουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων. Τα ιδρύματα αυτά συγκεντρώνονται στις δύο μεγάλες πόλεις της Τουρκίας, την Αγκυρα και (κυρίως) την Κωνσταντινούπολη. Καταφέρνουν μάλιστα χάρη στην άψογη υλικοτεχνική υποδομή αλλά και στο γεγονός ότι είναι αγγλόφωνα να προσελκύουν φοιτητές από πολλές χώρες ανά τον κόσμο.

Αλλαγές βήμα βήμα
«Στην Τουρκία υπήρχαν επί πολλά χρόνια οι ίδιες αναστολές για την εκπαίδευση που ταλαιπωρούν και την Ελλάδα» λέει στο «Βήμα» ο κ. Χ.Τζήμητρας , επίκουρος καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μπιλγκί και διευθυντής του προγράμματος για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις στο ίδιο πανεπιστήμιο. «Ο ασφυκτικός έλεγχος του κράτους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση ήταν πολύ βαθιά ριζωμένος και άρχισε να αλλάζει μόνο μετά τη σταδιακή φιλελευθεροποίηση στα μέσα της δεκαετίας του 1990» τονίζει. Πώς λειτουργεί όμως το σύστημα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Τουρκία; Κατ΄ αρχάς, η βασική δικλίδα ασφαλείας που έθεσε το Συμβούλιο Ανώτερης Εκπαίδευσης, που είναι το καθ΄ ύλην αρμόδιο, ήταν όλοι οι υποψήφιοι να δίνουν γενικές εξετάσεις είτε θέλουν να εισαχθούν σε δημόσιο είτε σε ιδιωτικό πανεπιστήμιο. «Υπολογίζεται» λέει ο κ. Τζήμητρας «ότι κάθε χρόνο παίρνουν μέρος στις γενικές εξετάσεις κάτι λιγότερο από 2 εκατομμύρια παιδιά. Ο αριθμός των εισακτέων σε δημόσια και ιδιωτικά πανεπιστήμια είναι περίπου 400.000. Και αυτό που πρέπει να σημειωθεί είναι ότι το 25%-30% λαμβάνει υποτροφία από το κράτος».

Εντυπωσιακό είναι όμως το ότι από εξετάσεις περνούν και τα μέλη του διοικητικού και επιστημονικού προσωπικού για όλα τα πανεπιστήμια και για όλες τις βαθμίδες. Πρόκειται για αυτό που στα σχέδια μεταρρυθμίσεων των ελληνικών πανεπιστημίων ονομάζεται «αξιολόγηση». Ισχυρά πλεονεκτήματα
Τα μη κερδοσκοπικά πανεπιστήμια στην Τουρκία ανήκουν σε ιδρύματα (βακούφια). Πολλά εξ αυτών ιδρύθηκαν από μεγάλους επιχειρηματίες οι οποίοι πέρα από τη φιλανθρωπική προσφορά ήθελαν να δημιουργήσουν και μια δεξαμενή στελεχών για τις επιχειρήσεις τους. Ετσι οι μεγάλες οικογένειες των Κοτς και Σαμπάντζι αποφάσισαν να φτιάξουν πανεπιστήμια. Το παράδειγμά τους ακολουθούν και άλλοι. Ο Χουσνού Οζγεγίν, ο επιχειρηματίας που πούλησε μέρος της Finansbank στην Εθνική Τράπεζα, αποφάσισε να διαθέσει το 20% από την εξαγορά της τράπεζας, περίπου 1 δισ. δολάρια, ώστε να ιδρυθεί νέο ιδιωτικό πανεπιστήμιο. Στην Τουρκία πάντως υπάρχουν σήμερα περί τα 200 πανεπιστήμια. «Και κάθε χρόνο ανοίγουν περί τα 10» προσθέτει ο κ. Ι.Γρηγοριάδης, επίκουρος καθηγητής του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μπίλκεντ της Αγκυρας, που θεωρείται ίσως το καλύτερο μη κερδοσκοπικό πανεπιστήμιο της γειτονικής χώρας.

Δεν είναι βέβαια όλα τα πανεπιστήμια της Τουρκίας πρώτης ποιότητας. Τα ιδιωτικά Μπίλκεντ, Κοτς, Σαμπάντζι και Μπιλγκί, καθώς και τα πανεπιστήμια του Βοσπόρου, της Αγκυρας, της Κωνσταντινούπολης, το Πολυτεχνείο της Πόλης και φυσικά το Τεχνικό Πανεπιστήμιο της Μέσης Ανατολής (ΜΕΤU) στην Αγκυρα, είναι τα καλύτερα. Ανοίγουν όμως και πανεπιστήμια σε πόλεις της Ανατολίας, όπως η Καισάρεια και τα Αδανα, που εντάσσονται όλο και πιο δυναμικά στον οικονομικό και κοινωνικό ιστό της Τουρκίας και όπου υπάρχει μεγάλος νεαρός πληθυσμός. Κατά τον κ. Γρηγοριάδη, «τα ιδιωτικά πανεπιστήμια έχουν πολλά πλεονεκτήματα. Οι υλικές υποδομές τους είναι άψογες και θα τις ζήλευαν και ευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Εχουν άριστα εξοπλισμένες βιβλιοθήκες και οι καθηγητές μπορούν πολύ γρήγορα να προμηθευτούν τα βιβλία που χρειάζονται. Οι μισθοί των καθηγητών είναι πολύ καλοί, προσφέρονται παροχές σε είδος, ενώ χρηματοδοτείται γενναιόδωρα η έρευνα. Παράλληλαη χρήση της αγγλικής γλώσσας ανοίγει τις πόρτες των φοιτητών στο εξωτερικό». Τα δίδακτρα είναι υψηλά. Πολλές φορές ξεπερνούν τις 10.000-12.000 δολάρια ετησίως. Το σύστημα υποτροφιών όμως διευκολύνει πολλά παιδιά να σπουδάσουν ακόμη και αν δεν έχουν τα χρήματα. Και το σύστημα εξετάσεων είναι ιδιαίτερα αυστηρό. «Αν κάποιος φοιτητής αποτύχει π.χ.σε ένα μάθημα τον Ιούνιο, δεν μπορεί απλώς να ξαναδώσει εξετάσεις τον Σεπτέμβριο.Πρέπει να το ξανακάνει κατά τη διάρκεια του καλοκαιρινού εξαμήνου,στον μισό χρόνο και με διπλές ώρες» τονίζει ο κ. Γρηγοριάδης.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΩΤΕΛΗΣ
Μεταπτυχιακό στο Σαμπάντζι και διδακτορικός φοιτητής στο Μπίλκεντ
«Φωτεινό παράδειγμα»
«Ισως η πιο ευχάριστη σκέψη που θα μου μείνει από την εμπειρία μου στην Τουρκία ως μεταπτυχιακού φοιτητή και υποψήφιου διδάκτορα είναι η πραγματικά πολύτιμη βοήθεια που δέχθηκα, και δέχεται κάθε φοιτητής, από το Πανεπιστήμιο στο οποίο ανήκει.Η βοήθεια αυτή μεταφράζεται όχι μόνο σε οικονομική ενίσχυση (η οποία είναι από τα περισσότερα ιδρύματα και το τουρκικό κράτος πλουσιοπάροχη),αλλά ακόμη σε πρόσβαση σε αξιοπρεπείς βιβλιοθήκες και σχεδόν όλες τις βάσεις δεδομένων,πλούσια υλικοτεχνική υποδομή και συνεχή ενθάρρυνση για εξωπανεπιστημιακές δραστηριότητες.Αναμφισβήτητα,η τουρκική τριτοβάθμια εκπαίδευση μπορεί να αποτελέσει, σε πολλά επί μέρους σημεία τουλάχιστον,φωτεινό παράδειγμα για τις μελλοντικές αλλαγές στα ελληνικά πανεπιστήμια».

ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΡΑΚΑΣΗΣ
Μεταπτυχιακό στο Μπιλγκί
«Βάρος στην έρευνα»
«Βρέθηκα στο Μπιλγκί τον Σεπτέμβριο του 2006. Αυτό που με εντυπωσίασε ήταν ότι πολλές από τις εγκαταστάσεις του πανεπιστημίου,όπως οι εστίες,είχαν κατασκευαστεί σε πρώην υποβαθμισμένες περιοχές της Κωνσταντινούπολης,σε μια προσπάθεια να αλλάξουν το “πρόσωπό” τους. Θα έλεγα ότι το Μπιλγκί ακολουθεί το αμερικανικό πρότυπο.Τα μαθήματα γίνονταν στα αγγλικά και ήταν σεμιναριακού χαρακτήρα.Πάντως υπήρχαν μεγάλες ανισότητες μεταξύ των πολύ καλών και των λιγότερο καλών φοιτητών,κυρίως σε προπτυχιακό επίπεδο.Οπως και τα υπόλοιπα αγγλόφωνα ιδιωτικά τουρκικά πανεπιστήμια,το Μπιλγκί δίνει μεγάλο βάρος στην έρευνα.Επίσης η προώθηση της ελευθερίας των ιδεών και η ασφάλεια που απέπνεε είναι στοιχεία που πιστεύω ότι θα έπρεπε να υιοθετήσουμε και στην Ελλάδα».

31 Δεκ 2010

Περί επανεκκίνησης της κοινωνίας (Έλλη Μελέμη - Νέα Υόρκη)

O τίτλος του άρθρου του Ξυδάκη ήταν πραγματικά πολύ επιτυχημένος. Με κινητοποίησε πραγματικά γιατί αυτό είναι που ζητούσα τόσον καιρό, αυτό είναι που χρειαζόμαστε. Το μόνο που μπορεί να μας σώσει... Η επανεκκίνηση της κοινωνίας, της κοινωνίας των Ελλήνων και πιο συγκεκριμένα του απανταχού Ελληνισμού.
Διαβάζοντάς το όμως, διαπίστωσα ότι πρόκειται για μια ρομαντική προσέγγιση του προβλήματος αλλά δεν είδα καμία πρόταση, καμία λύση, καμία διέξοδο. Tόσα χρόνια δε βαρεθήκαμε με το ρομαντισμό, τις φανφάρες και την επανάπαυση στις δάφνες μας;
Δεν μπορούμε να παραβλέψουμε βέβαια, ότι όλο και περισσότερες αράδες αναφέρονται στο συγκεκριμένο θέμα και αυτό είναι ενθαρρυντικό. Αλλά... που είναι η κινητοποίηση, οι πράξεις, τα βήματα, η συγκρότηση των Ελλήνων σε ένα σώμα, η ΔΡΑΣΗ;
Σε αυτή τη φάση και όσο κι αν ακούγεται κενό, δεν με ενδιαφέρει η ιστορία, ο πολιτισμός, τα κεκτημένα, τα δικαιώματα, οι τεχνολογίες... Με ενδιαφέρει πως θα περισώσουμε ό,τι απέμεινε και αυτό θέλει δράση, ψυχή και θέληση! Δε χρειαζόμαστε πολλούς αν έχουμε όλα αυτά. Με πόσους άρχισε η Φιλική Εταιρία;

Περί επανεκκίνησης της κοινωνίας (Αντώνης Βαλσαμάκης - Νέα Υόρκη)

Κάθε νέα διαδικασία συνοδεύεται πάντα από αντικατάσταση της αντίστοιχης παλιάς και απόρριψη των μη προσαρμοσμένων στα νέα δεδομένα δομών, αλλά και ανθρώπων. Σε αυτό συμφωνούμε απόλυτα. Ο ελληνισμός, και σε τελική ανάλυση ο Έλληνας με την ιστορία του με ό,τι αυτό συνεπάγεται πότε επιτέλους θα σταματήσει να περιορίζεται σε καταγραφές και αναλύσεις; και πότε επιτέλους θα δημιουργήσει τον πυρήνα για τις καινουργιες πρακτικές επίλυσης του προβλήματος που δεν θα ισοδυναμεί με αδράνεια, απενεργοποίηση και "ανενέργεια" συνείδησεων και ενταφιασμού του ελληνικού φιλότιμου;

30 Δεκ 2010

Περί επανεκκίνησης της κοινωνίας (Κώστας Δροσάτος - Νέα Υόρκη)

Ενδιαφέρον το άρθρο του Νίκου Ξυδάκη. Αυτό, ωστόσο, το οποίο φαίνεται να παρακάμπτει στη συλλογιστική του είναι ότι όλα αυτά τα δεινά τα οποία αντιμετώπισε η Ελλάδα στον προηγούμενο αιώνα και τα οποία, σύμφωνα με τα γραφόμενά του, δεν μπορούν να συγκριθούν με αυτά που βιώνει σήμερα είναι πιστά όμοιες καταστάσεις με αυτές που συνέβαιναν πριν τα δεινά στα οποία αναφέρεται (πόλεμοι, εμφύλιοι κλπ) και εν πολλοίς οδήγησαν σε αυτά.
Ανάγνωση της ιστορίας της Ελλάδας μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, η οποία εισήγαγε στην Ελλάδα 1,5 εκατομμύριο ανθρώπους που έπρεπε να δουλέψουν και να σταθούν στα πόδια τους και ως το 1935, δείχνει υπερβολικά όμοιες καταστάσεις στην οικονομική και την πολιτική κατάσταση τόσο της χώρας όσο και ολόκληρου του πλανήτη. Ένα πρώτο κύμα ανάπτυξης της Ελλάδας ήρθε μετά τον εμφύλιο στη δεκαετία του 50 κι ενώ μεσολάβησαν η δικτατορία του Μεταξά, ο 2ος παγκόσμιος πόλεμος και ο καταστροφικός εμφύλιος.
Σήμερα η ελληνική κοινωνία υφίσταται ένα νέο shock που αυξάνει ραγδαία τον αριθμό των ανέργων και επιβραδύνει σημαντικά την ανάπτυξη της χώρας.
Η διαφορά σε σχέση με τις δεκαετίες του 1920 και του 1930 έγκειται στη σύγχρονη ύπαρξη τεχνολογιών που μπορούν να συμβάλλουν στην επιτάχυνση των προσαρμοστικών διαδικασιών οι οποίες αφορούν είτε σε απλά θέματα π.χ. τη μετακίνηση πολιτών σε άλλες περιοχές της χώρας ή άλλες χώρες με περισσότερες επαγγελματικές ευκαιρίες είτε στην αλλαγή του μοντέλου εργασίας σε μια επιχείρηση.
Κάθε νέα διαδικασία συνοδεύεται πάντα από αντικατάσταση της αντίστοιχης παλιάς και απόρριψη των μη προσαρμοσμένων στα νέα δεδομένα δομών αλλά και ανθρώπων. Αυτό ισοδυναμεί με αδράνεια/απενεργοποίηση/ανεργία ανθρώπων, που με τη σειρά της πυροδοτεί κοινωνική ένταση, η οποία σε περίπτωση απώλειας ουσιαστικών παρεμβατικών δράσεων μπορεί να οδηγήσει σε ανεξέλγκτες κοινωνικές εκρήξεις και απώλεια του ελέγχου από την κεντρική διοίκηση, το οποίο στην ακραία του μορφή μπορεί να αποκτήσει τη μορφή εμφυλίου.
Έχει η ελληνική κοινωνία αναπτύξει ένστικτα και μηχανισμούς προσαρμογής σε μεταβαλλόμενες συνθήκες; Οι εικόνες αγροτών στους δρόμους οι οποίοι απαιτούν τη μη μεταβολή του καλλιεργητικού μοντελου της Ελλάδας δεν συνηγορεί υπέρ αυτής της άποψης.
Έχει επενδύσει στις νέες τεχνολογίες που θα επιταχύνουν τις προσαρμοστικές διαδικασίες για την παρούσα κατάσταση; Ο ανεκμετάλλευτος εν δυνάμει πλούτος της Ελλάδας (αειφορική ενέργεια από ήπιες μορφές ενέργειας που βρίθουν το φυσικό τοπίο της χώρας), δημιουργεί σοβαρά ερωτηματικά γι' αυτό.
Δείχνει δεκτική σε εισαγωγή νέων πρακτικών στον τρόπο διοίκησης της κοινωνίας; Η καθολική αντίδραση των πρυτανικών συμβουλίων στην είσοδο προσωπικοτήτων από την Ελλάδα και το εξωτερικό στο κεντρικό όργανο διοίκησης των πανεπιστημίων, όπως αυτή διατυπώθηκε στις πρόσφατα προτεινόμενες αλλαγές στον τρόπο διοίκησης των πανεπιστημίων, εξασθενίζει την πιθανότητα αυτό να συμβαίνε.
Φοβάμαι ότι η αισιοδοξία που προσπαθεί να εκπέμψει ο Ξυδάκης στο άρθρο του ταιριάζει μόνο με το πνεύμα των ημερών και όχι με τα πραγματικά δεδομένα της Ελλάδας. Όλο και περισσότερο πληθαίνουν οι ενδείξεις ότι για άλλη μια φορά θα ακολουθηθεί ο σκληρός και δύσκολος δρόμος για την "επανεκκίνηση της κοινωνίας" με απρόβλεπτες συνέπειες για ό,τι πρόκειται να συμβεί στη διαδικασία αυτή επανεκκίνησης.

Επανεκκίνηση της κοινωνίας (Tου Νικου Γ. Ξυδακη - Kαθημερινή, 30 Δεκεμβρίου 2010)

Η χρονιά που φεύγει μάς αφήνει πιο αδύναμους, ζαρωμένους, τρομαγμένους. Αλλά και πιο πλούσιους. Η ανατροπή των στερεότυπων είναι κέρδος, η αφύπνιση είναι πλούτος, η ανανοηματοδότηση κέρδος κι αυτή. Εφόσον ασφαλώς μπορέσουμε να αντιληφθούμε την κρίση ως ρήγμα στο παλαιό σώμα και ως τρόπο νέας συνέχισης, εφόσον αντιληφθούμε το ρήγμα ως ευκαιρία αναγέννησης. Και εφόσον νιώσουμε βαθιά μέσα μας την ανάγκη για ανανεωμένη επαναφορά σε βασικές αξίες: αλληλεγγύη, συλλογικότητα, προάσπιση του κοινού καλού.

Μια επανεκκίνηση της κοινωνίας, λοιπόν. Που θα είναι οδυνηρή όμως: η επανεκκίνηση θα τελεσθεί επί των ερειπίων του παλαιού. Ακριβώς αυτά τα ερείπια πρέπει να είναι το πρώτο μέλημα: πώς θα είναι λιγότερα, αφενός, πώς θα τα αξιοποιήσουμε, αφετέρου. Πώς θα πάρουμε στα χέρια μας προσεκτικά τα όστρακα, τα θραύσματα, για να τα συντηρήσουμε, να τα συγκολλήσουμε, να ανατάξουμε ό,τι αξίζει να σωθεί: το σχήμα των προσώπων. Σαν αρχαιολόγοι του μέλλοντός μας, σαν ιστορικοί άνθρωποι, σαν κληρονόμοι βαριάς κληρονομιάς, σαν τυχεροί κάτοικοι τόπου ευλογημένου, ταγμένοι να συνομιλούμε με νεκρούς, με φαντάσματα εμφυλίων, ακούγοντας διαρκώς φωνές ποιητών και φιλοσόφων, πολεμιστών και ταξιδευτών, γνωρίζοντας διαρκώς ότι το ποτάμι δεν γυρνάει πίσω, μ’ εμάς ή χωρίς εμάς.

Ας πάρουμε απόφαση λοιπόν ότι το ποτάμι θα μας περιέχει, θα μας φέρει προς τους νέους καιρούς· κι ας επιπλεύσουμε, σώοι, ανάμεσα σε κορμούς και πτώματα. Επιπλέοντας, ας υφαίνουμε το μέλλον μες στο παρόν. Το σοκ του παρόντος δεν πρέπει να θολώνει την κρίση μας, να αμβλύνει την ιστορική όραση - είπαμε: είμαστε ιστορικοί άνθρωποι. Το ξαναδιάβασμα της Ιστορίας δεν υπαγορεύει τι να κάνουμε, αλλά τουλάχιστον μάς λέει ότι μια-δυο γενιές πριν από μας οι άνθρωποι επλήγησαν από τρομερές καταστροφές και παρ’ όλα αυτά σηκώθηκαν, ανασυγκολλήθηκαν, επανεκκίνησαν, δημιούργησαν. Η παρούσα περιπέτεια του ελληνικού λαού δεν είναι η πιο τρομερή. Ο περασμένος αιώνας άλλαξε και εμπλούτισε τον πληθυσμό, τη συνείδησή του, έφερε καταστροφές και λιμούς, πολέμους και εμφυλίους, ηρωισμούς και υπερβάσεις, ταπεινώσεις. Ο παρών αιώνας μας ξαναβάζει επιτακτικό, επείγον, το ερώτημα: ποιοι είμαστε; Πώς συνεχίζουμε;

Ας δούμε γύρω: βουνά και θάλασσα, ολίγος κάμπος. Μαρμάρινα μέλη, ελιές, ναΐσκοι, αμπέλια, κήποι, πολίσματα - τέτοια πήραμε. Και πολιτείες αχόρταγες, αυτοκινητόδρομοι, μολ, τουριστική ανοχή, βενζίνες και καλώδια, κατάμεστα καφενεία - τέτοια αφήνουμε. Είμαστε όλα. Το ολίγο και το υπερβολικό, το ωραίο και το άσχημο. Παλαιοί και μοντέρνοι, υπερήφανοι και υποτελείς, έτοιμοι για θάνατο και έτοιμοι για ντροπιασμένη επιβίωση. Αναγκασμένοι όμως κάθε τόσο να επιλέγουμε, και να υπερασπιζόμαστε την εκάστοτε επιλογή: το κάλλος ή την ασχήμια, τη δυνατότητα ελευθερίας ή την υποταγή; Η ελευθερία και το κάλλος δεν είναι μοίρα, είναι επιλογή.

7 Δεκ 2010

Συνέντευξη του Αντιπρύτανη της Οξφόρδης (Ναυτεμπορική - 7 Δεκεμβρίου 2010)

Για την ανάγκη ανάληψης ευθυνών από ολόκληρη την κοινωνία, και επομένως και από τα πανεπιστήμια, στην εποχή λιτότητας και περικοπών των δημοσίων δαπανών, αναφέρθηκε ο Αντιπρύτανης του πανεπιστημίου της Οξφόρδης καθηγητής Αντριου Χάμιλτον, μιλώντας στo naftemporiki.gr.

Ο καθηγητής πρόσθεσε ωστόσο ότι «η εξέλιξη της κοινωνίας πολιτιστικά, οικονομικά και τεχνολογικά ξεκινάει σε μεγάλο βαθμό εντός των πανεπιστημίων», οπότε η επένδυση στα πανεπιστήμια είναι μια επένδυση στο μέλλον.

Μας μίλησε εκτενώς για τη χρηματοδότηση των πανεπιστημίων, εν όψει και της ψήφισης αυτή την εβδομάδα του αμφιλεγόμενου νομοσχεδίου της βρετανικής κυβέρνησης για την αύξηση των πανεπιστημιακών διδάκτρων, τα οποία αναμένεται να διπλασιαστούν στις 6.000 στερλίνες ετησίως ή και στις 9.000 στερλίνες σε ορισμένες περιπτώσεις. Όπως τόνισε, οι αλλαγές, που έχουν οδηγήσει σε διαδηλώσεις και καταλήψεις πανεπιστημίων, είναι «ένα βήμα προς μια πιο βιώσιμη δομή». Χαρακτήρισε «ευρηματικό» τον τρόπο αποπληρωμής που προωθεί η κυβέρνηση με το συγκεκριμένο νομοσχέδιο, το οποίο προβλέπει ότι θα τα δίδακτρα θα λαμβάνουν τη μορφή δανείου που θα αποπληρώνεται όταν οι φοιτητές έχουν ολοκληρώσει τις σπουδές τους, έχουν βρει δουλειά και εισπράττουν πάνω από ένα συγκεκριμένο ποσό.

Ο καθηγητής Αντριου Χάμιλτον

Ο Aντριου Χάμιλτον είναι Καθηγητής Χημείας και ανέλαβε το αξίωμα του Αντιπρύτανη του πανεπιστημίου της Οξφόρδης (το οποίο ουσιαστικά σημαίνει ότι διατελεί καθήκοντα Πρύτανη, καθώς ο τίτλος του Πρύτανη είναι τιμητικός) τον Οκτώβριο του 2009. Από το 2004 μέχρι το 2008 διετέλεσε Αντιπρύτανης του πανεπιστημίου του Yale. Συναντήσαμε τον καθηγητή στην Αθήνα, όπου βρέθηκε για να συναντηθεί με αποφοίτους και δωρητές του πανεπιστημίου της Οξφόρδης.

Έχετε μακρά εμπειρία του αμερικανικού συστήματος ανώτατης εκπαίδευσης, καθώς και του βρετανικού, ενώ είστε Αντιπρύτανης του πανεπιστημίου της Οξφόρδης εδώ και ένα χρόνο. Πώς θα συγκρίνατε τα δύο συστήματα σε σχέση με τα προτερήματα και τα μειονεκτήματά τους;

Αυτό είναι ένα μεγάλο ζήτημα για το οποίο έχουν γραφτεί πολλά βιβλία. Μπορώ να συγκρίνω ειδικά το Yale και την Οξφόρδη που είναι δύο από τα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου και βρίσκω πολλά πράγματα που είναι παρόμοια. Και στα δύο δίνεται πολλή μεγάλη έμφαση στην αριστεία σε κάθε τομέα - στην πρόσληψη προσωπικού, στην επιλογή των φοιτητών, στο είδος της έρευνας που γίνεται, υπάρχει μια νοοτροπία που είναι αρκετά παρόμοια. Αλλά στην πραγματικότητα τα δύο εκπαιδευτικά συστήματα είναι πολύ διαφορετικά. Πρέπει να ξεκαθαρίσω ότι τα μεταπτυχιακά συστήματα τα οποία δίνουν έμφαση στην έρευνα είναι πολύ παρόμοια, όπως συμβαίνει πάνω κάτω σε ολόκληρο τον κόσμο. Αλλά στο προπτυχιακό επίπεδο στις Ηνωμένες Πολιτείες υπάρχει μία έμφαση στη γενική εκπαίδευση. Τα πρώτα δύο χρόνια, οι φοιτητές παρακολουθούν πολλά μαθήματα, μία ξένη γλώσσα, φιλοσοφία, επιστήμη, ένα εύρος μαθημάτων και αποφασίζουν πού θα επικεντρωθούν στο μέσο των σπουδών τους. Στην Αγγλία είναι πολύ πιο επικεντρωμένες οι σπουδές, ήδη από το λύκειο ο μαθητής έχει αποφασίσει αν θα γίνει επιστήμονας ή φιλόλογος, ήδη από την ηλικία των 16 παρακολουθούν μόνο τρία μαθήματα. Όταν πήγαινα σχολείο τα τελευταία χρόνια παρακολουθούσα μαθηματικά, φυσική και χημεία και σπούδασα χημεία, όχι ξένες γλώσσες, όχι αγγλική λογοτεχνία, όχι φιλοσοφία, μόνο χημεία. Συχνά με ρωτούν ποιο από τα δύο συστήματα είναι καλύτερο και δεν υπάρχει απάντηση σε αυτό. Και τα δύο έχουν μεγάλα προτερήματα. Για το αμερικάνικο μπορεί κανείς να πει ότι επιτρέπει στους νεαρούς φοιτητές να διερευνήσουν τα ενδιαφέροντά τους να επικεντρωθούν σε ένα μάθημα μόνο όταν έχουν καταλάβει ποιο είναι το πάθος τους. Στη Βρετανία από την άλλη, ο φοιτητής μελετά βαθύτερα ένα μάθημα και αυτό έχει σημαντικές επιπτώσεις στην ανάπτυξη της αναλυτικής σκέψης, την κατανόηση ενός μαθήματος.

Ο τρόπος χρηματοδότησης θεωρείται συχνά μία από τις βασικές διαφορές ανάμεσα στα δύο συστήματα. Πιστεύετε ότι το μεγαλύτερο ποσοστό ιδιωτικής χρηματοδότησης στις ΗΠΑ είναι ένας από τους λόγους που τα αμερικανικά πανεπιστήμια βρίσκονται στην κορυφή των κατατάξεων με τα καλύτερα πανεπιστήμια παγκοσμίως;

Για να μιλήσω ειλικρινά, ναι. Ένα από τα πράγματα που πρέπει να θυμάται κανείς για την Αμερική είναι ότι υπάρχει ένα τεράστιο «οικοσύστημα» ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης, από το Harvard και το Yale και το Stanford μέχρι τα κοινοτικά κολλέγια, που παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο σε τοπικό επίπεδο. Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ανάμεσα στα κορυφαία πανεπιστήμια που βασίζονται στην έρευνα ο ρόλος των ταμείων δωρεών (endowments) που καθιστούν ένα πανεπιστήμιο αυτάρκες είναι πολύ σημαντικός. Για παράδειγμα στο Harvard και το Yale έχουν ταμεία ύψους 20 δισ. δολαρίων, ενώ στο Yale μόνο το εισόδημα, οι τόκοι από αυτά τα επενδυμένα κεφάλαια, αντιστοιχούν περίπου στο 40% του προϋπολογισμού του πανεπιστημίου. Στην Οξφόρδη, το αντίστοιχο ποσοστό είναι χαμηλότερο από 5%. Νομίζω ότι το να αυξήσουμε αυτό το ποσοστό πρέπει να είναι μια προτεραιότητα για εμάς στην Οξφόρδη αν είναι να παραμείνουμε στο επίπεδο που είμαστε σήμερα, στο ίδιο δηλαδή επίπεδο με το Harvard, το Yale, το Stanford.

Ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να κλείσει η «τρύπα» στη χρηματοδότηση των βρετανικών πανεπιστημίων; Με αύξηση στις δωρεές ή με αύξηση στα δίδακτρα όπως αυτή που προωθεί η βρετανική κυβέρνηση;

Πρέπει να υπάρχει μία διαφοροποίηση στις πηγές εισοδήματος. Η εξάρτηση από μία και μόνο πηγή είναι δυνητικά προβληματική. Ένα πανεπιστήμιο όπως η Οξφόρδη πρέπει να διαφοροποιήσει τις πηγές εισοδήματός του και ναι, η φιλανθρωπία θα είναι μέρος αυτού και ναι, τα δίδακτρα θα είναι μέρος αυτού, αλλά θα υπάρξουν και άλλα. Για παράδειγμα η εμπορευματοποίηση της έρευνας, όπου είναι δυνατό, η ανάπτυξη εταιρειών που θα εξασφαλίσουν ότι οι ανακαλύψεις που γίνονται στην Οξφόρδη θα βρουν το δρόμο τους στην αγορά, είναι μια ακόμα πηγή εσόδων . Στην Οξφόρδη είμαστε επίσης πολύ τυχεροί που έχουμε έναν πολύ αποτελεσματικό εκδοτικό οίκο, το Oxford University Press, που μας βοηθά να εκπληρώσουμε την ακαδημαϊκή και εκπαιδευτική μας αποστολή και παρέχει επίσης οικονομική στήριξη μέσω των πλεονασμάτων του. Οπότε η διαφοροποίηση των πηγών εσόδων, σε αντίθεση με την εξάρτηση από μία και μόνο, νομίζω ότι θα είναι πολύ σημαντική στο μέλλον.

Πώς σχολιάζετε λοιπόν την πρόταση της κυβέρνησης για αύξηση των διδάκτρων; Βοηθά τα πανεπιστήμια γενικά και την Οξφόρδη συγκεκριμένα, τοποθετεί σε μειονεκτική θέση τους φτωχότερους φοιτητές;

Είναι προφανώς ένα σύνθετο ερώτημα και φυσικά δεν μπορούμε να το διαχωρίσουμε από αυτό που έχει ήδη συμβεί στο Ηνωμένο Βασίλειο τους τελευταίους μήνες, που είναι η απόφαση της κυβέρνησης ότι η πιο σημαντική προτεραιότητα για την οικονομική υγεία της χώρας είναι η επίθεση στο έλλειμμα. Η κυβέρνηση έχει αποφασίσει να το κάνει μέσω της μείωσης των δημόσιων δαπανών, πολύ σημαντικής μείωσης, έως και 40%, και τέτοιου μεγέθους μειώσεις θα υποστούν και τα πανεπιστήμια. Η απόφαση ήταν να μειωθεί η χρηματοδότηση στο κομμάτι της διδασκαλίας. Οπότε όταν βλέπουμε τη νέα πρόταση για τα δίδακτρα και τη χρηματοδότηση της ανώτατης εκπαίδευσης στο Ηνωμένο Βασίλειο, πρέπει να το δούμε στο πλαίσιο της δραματικής μείωσης της στήριξης που θα λαμβάνουν από την κυβέρνηση. Συγκεκριμένα για την Οξφόρδη, αν θέλουμε να παραμείνουμε στην κορυφή των πανεπιστημίων παγκοσμίως και να συνεχίσουμε να παρέχουμε την εξαιρετική διδασκαλία σε προπτυχιακό επίπεδο μέσω του συστήματος του tutorial (σ.σ. σύστημα διδασκαλίας σε μικρές ομάδες που συνήθως περιλαμβάνουν τον καθηγητή και δύο φοιτητές), τότε πρέπει να βρούμε εναλλακτικές μορφές χρηματοδότησης και τα δίδακτρα θα πρέπει να είναι μέρος αυτών. Πάντα όμως τόνιζα, και το τονίζω και τώρα, ότι η αύξηση στα δίδακτρα θα πρέπει να συνοδεύεται από μία πολύ σημαντική ενίσχυση των υποτροφιών, όπως κάνουν τα κορυφαία αμερικανικά πανεπιστήμια. Στο επίπεδο της επιλογής φοιτητών θα πρέπει να εξασφαλίζουμε ότι κανένας φοιτητής που έχει τις ακαδημαϊκές προϋποθέσεις και τις δυνατότητες να σπουδάσει στην Οξφόρδη δεν θα πρέπει να εμποδίζεται από το να έρχεται εξαιτίας οικονομικών λόγων.

Για να παραμείνουμε λίγο σε αυτό, ο υπουργός Επιχειρήσεων Βινς Κέιμπλ είπε πρόσφατα ότι αν δεν αυξάνονταν τα δίδακτρα τότε κορυφαία βρετανικά πανεπιστήμια όπως η Οξφόρδη και το Κέμπριτζ θα έπρεπε να ιδιωτικοποιηθούν. Βρίσκεται στο τραπέζι η ιδιωτικοποίηση της Οξφόρδης, θα εξετάζατε κάτι τέτοιο;

Με πολλούς τρόπους αυτή είναι η λάθος λέξη, γιατί η Οξφόρδη είναι ήδη ιδιωτική. Είναι μια ιδιωτική φιλανθρωπική επιχείρηση, δεν είμαστε μέρος του κράτους, λαμβάνουμε κρατική χρηματοδότηση για την έρευνά μας και αυτή τη στιγμή για τη διδασκαλία. Συνήθως χρησιμοποιούμε μια άλλη λέξη, «ανεξάρτητη», και δεν θα θέλαμε ποτέ η Οξφόρδη να είναι ανεξάρτητη από την κυβέρνηση. Ούτε το Harvard, το Stanford ή το Yale δεν είναι ανεξάρτητα από την αμερικανική κυβέρνηση, λαμβάνουν σημαντική κεφάλαια για έρευνα. Αυτό στο οποίο συνήθως αναφέρονται όταν μιλούν για τέτοια ζητήματα είναι το ποσό που δίνει η κυβέρνηση για τη διδασκαλία και φυσικά είμαστε αντιμέτωποι με ένα μέλλον όπου αυτό θα μειωθεί πολύ σημαντικά ούτως ή άλλως.

Έχουμε δει παρόμοιες τάσεις και αλλού στην Ευρώπη. Είχαμε πρόσφατα φοιτητικές διαδηλώσεις στην Ιταλία λόγω της μείωσης της κρατικής χρηματοδότησης. Είναι σωστό να μειώνεται η χρηματοδότηση στα πανεπιστήμια σε μία εποχή λιτότητας;

Είμαστε σε μια δύσκολη οικονομική συγκυρία, κάθε κομμάτι της κοινωνίας πρέπει να αναλάβει κάποιο τμήμα της ευθύνης και να παίξει το ρόλο του στο να βοηθήσει την κυβέρνηση να επαναφέρει την οικονομία σε τροχιά ανάπτυξης και ευημερίας. Υπό αυτή την έννοια δεν νομίζω ότι τα πανεπιστήμια θα πρέπει να αντιμετωπίζονται διαφορετικά από άλλα τμήματα της κοινωνίας. Από την άλλη βέβαια, τα πανεπιστήμια έχουν να κάνουν με το μέλλον. Εκεί γίνεται η έρευνα που είναι πολύ σημαντική για το μέλλον της ιατρικής, της τεχνολογίας, της επιστήμης, των ανθρωπιστικών επιστημών. Η εξέλιξη της κοινωνίας, πολιτιστικά και οικονομικά και τεχνολογικά, ξεκινάει σε μεγάλο βαθμό εντός των πανεπιστημίων, οπότε όταν επενδύουμε στα πανεπιστήμια επενδύουμε στο μέλλον. Αυτό ασφαλώς ισχύει και όταν επενδύουμε στη διδασκαλία των νέων που θα πάρουν τη θέση τους στην κοινωνία. Οπότε μειώνουμε την επένδυση στα πανεπιστήμια με δικό μας κίνδυνο και νομίζω ότι υπάρχει ισχυρό επιχείρημα για υψηλό και συνεχόμενο επίπεδο κρατικής υποστήριξης στα πανεπιστήμια επειδή το κοινό όφελος είναι τόσο μεγάλο και επειδή ο ρόλος των πανεπιστημίων σε όλες τις κοινωνίες είναι τόσο σημαντικός. Και νομίζω ότι αρκεί κανείς να στρέψει το βλέμμα σε χώρες όπως η Κίνα, η Ινδία, οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπου υπάρχουν συνεχώς επενδύσεις για την έρευνα, την ανώτατη εκπαίδευση, και αναγνώριση του σημαντικού ρόλου που θα παίξουν τα πανεπιστήμια στο μέλλον.

Από τη μία πλευρά υπάρχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Βρετανία, που κινείται προς την κατεύθυνση των ΗΠΑ, και από την άλλη υπάρχει το ευρωπαϊκό σύστημα όπου το κράτος παρέχει το μεγαλύτερο ποσοστό χρηματοδότησης για τα πανεπιστήμια και η εκπαίδευση είναι δωρεάν. Νομίζετε ότι το ευρωπαϊκό σύστημα μπορεί να συνεχιστεί σε μακροπρόθεσμό ορίζοντα;

Δεν μπορώ να σχολιάσω το ευρωπαϊκό σύστημα. Κάθε κοινωνία παίρνει τις αποφάσεις της και κάνει τις επιλογές της. Η επιλογή που κάνει τώρα η βρετανική κυβέρνηση είναι σαφές ότι είναι να αυξήσει το ποσοστό των ιδιωτικών επενδύσεων στα πανεπιστήμια, επενδύσεις δηλαδή μέσω των διδάκτρων και, για εμάς στην Οξφόρδη, και μέσω της σημαντικής αύξησης της φιλανθρωπίας. Αν με ρωτάτε αν το τρέχον -όχι το προτεινόμενο- σύστημα είναι βιώσιμο για την Οξφόρδη, θα σας έλεγα όχι, δεν είναι βιώσιμο, χρειάζεται αλλαγή. Για εμένα η αλλαγή που προτάθηκε και που θα συζητηθεί στο κοινοβούλιο είναι ένα βήμα προς μία πιο βιώσιμη δομή. Αλλά είμαι πεπεισμένος ότι καθώς τελείται αυτή η αλλαγή πρέπει να υπάρξει μεγάλη έμφαση στο να είναι προσβάσιμα σε όλους τα πανεπιστήμια και επομένως να παρέχουμε υποτροφίες για φοιτητές που προέρχονται από χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα της κοινωνίας. Η πρόταση της κυβέρνησης για δάνεια που αποπληρώνονται μόνο όταν κανείς δουλεύει και ο μισθός του φτάσει σε κάποιο επίπεδο, είναι ευρηματική, σημαίνει ότι αυτοί που αποπληρώνουν είναι αυτοί που μπορούν να το κάνουν.

Θα εξέταζε ποτέ το πανεπιστήμιο της Οξφόρδης το ενδεχόμενο να ιδρύσει παραρτήματα στο εξωτερικό;

Είναι αστείο, μου κάνουν συχνά αυτή την ερώτηση. Συνήθως απαντώ ότι χρειάστηκαν 900 χρόνια για να οικοδομήσουμε ένα πανεπιστήμιο και φοβάμαι ότι θα μας χρειαστούν άλλα 900 για να οικοδομήσουμε και ένα δεύτερο. Ο προβληματισμός πίσω από αυτό το ερώτημα είναι πώς μπορούμε καλύτερα να αναπτύξουμε την παγκόσμια διάσταση και επιρροή του πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Η Οξφόρδη είναι ασφαλώς ένας πολύ ξεχωριστός τόπος. Η φύση της πόλης, η φύση των 38 κολλεγίων που είναι τα κοσμήματα της Οξφόρδης και τα οποία ασφαλώς δεν μπορούν να δημιουργηθούν εκ νέου για παράδειγμα στην Ινδία, και βεβαίως η αφοσίωση στην αριστεία, όχι μόνο στην εκπαίδευση αλλά στο περιβάλλον, στη δομή των κολλεγίων, στις ευκαιρίες για συζήτηση και ανταλλαγή ιδεών ανάμεσα σε διαφορετικά τμήματα, όλα αυτά είναι πολύ σημαντικά στοιχεία του εκπαιδευτικού συστήματος της Οξφόρδης. Δεν νομίζω ότι μπορούμε να τα αναπαράγουμε όλα αυτά σε ένα διαφορετικό περιβάλλον, αλλά νομίζω ότι υπάρχουν πολλές ευκαιρίες για συνεργασίες. Πράγματι, αυτή τη στιγμή η Οξφόρδη έχει χιλιάδες επιστημονικές συνεργασίες ανά τον κόσμο, έχουμε ερευνητικά κέντρα στην Ταϊλάνδη, την Κένυα, το Βιετνάμ, την Κίνα, το πανεπιστήμιο επεκτείνεται στην έρευνα και όλο και περισσότερο στα διδακτικά της προγράμματα. Οπότε θεωρώ ότι ήδη έχουμε μία ισχυρή διεθνή διάσταση η οποία μπορεί να ενισχυθεί περαιτέρω και θα ενισχυθεί περαιτέρω. Αυτό όμως θα γίνει βραχυπρόθεσμα με την ανάπτυξη των συνεργασιών και όχι αναπαραγωγής για παράδειγμα του κολλεγίου St John's ή του Christ Church. Και πώς θα μπορούσαμε εξάλλου να αναπαράγουμε το ψιλόβροχο που είναι τόσο ζωτικό κομμάτι της Οξφόρδης; Αυτά είναι ζητήματα που συζητούμε και θα παίξουν σημαντικό ρόλο. Αλλά σε καμία περίπτωση το γεγονός ότι δεν βιαστήκαμε να εγκαταστήσουμε ένα παράρτημα στο εξωτερικό δεν σημαίνει ότι δεν είμαστε προσηλωμένοι στην ανάπτυξης διεθνούς επιρροής και διάστασης, που έχει εδώ και αιώνες η Οξφόρδη. Θα πρέπει να σας πω ότι η Οξφόρδη δέχτηκε τον πρώτο της ξένο φοιτητή το 1190, είναι λοιπόν ένα διεθνές πανεπιστήμιο εδώ και πολύ καιρό.

17 Νοε 2010

Η κοινωνία πρέπει να έχει λόγο στα ΑΕΙ (Του Αχιλλεα Γραβανη*)

Οπως συμβαίνει διεθνώς, τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα (ΑΕΙ) παίζουν κεντρικό ρόλο στον εκσυγχρονισμό της κοινωνίας και της οικονομίας, με την παραγωγή νέας γνώσης και καινοτομίας για τη στήριξη βιώσιμης και ανταγωνιστικής ανάπτυξης, αλλά και τη μόρφωση και εκπαίδευση ικανών επιστημόνων και συνειδητοποιημένων για την αποστολή τους πολιτών. Το μέγεθος της κοινωνικής και οικονομικής κρίσης που βιώνει η χώρα μας αυξάνει τις ευθύνες των ελληνικών ΑΕΙ για ουσιαστική συνεισφορά για την έξοδο από τη κρίση.

Είναι όμως σε θέση σήμερα τα ΑΕΙ μας να ανταποκριθούν αποτελεσματικά σε αυτή τους την αποστολή; Ποια είναι η εικόνα που εκπέμπει η λειτουργία τους προς τη δοκιμαζόμενη κοινωνία; Μπορεί η ελληνική κοινωνία να στηριχθεί για την έξοδο από την πολύπλευρη κρίση στα σημερινά ΑΕΙ, όταν βλέπει τα εγγενή της προβλήματα να αναπαράγονται στον υπερθετικό βαθμό μέσα σε αυτά (ακαδημαϊκή και οικονομική διαπλοκή στην εκλογή των διοικητικών αρχών, αδιαφάνεια και εσωστρέφεια για την υποστήριξη μικροσυντεχνιακών συμφερόντων, αναξιοκρατία, οικογενειοκρατία, βίαιη επιβολή της άποψης μειοψηφιών και ουσιαστική κατάλυση του ασύλου, ατιμωρησία και καταστροφές της δημόσιας πανεπιστημιακής περιουσίας); Μήπως όλα τα παραπάνω είναι υπερβολές των μέσων ενημέρωσης ή κακόβουλες αιτιάσεις; Μήπως δεν τα ζούμε όσοι εργαζόμαστε στο πανεπιστήμιο; Και δεν έχουν ευθύνη γι’ αυτή τη ζοφερή κατάσταση οι διοικήσεις των ΑΕΙ;

Σοκάρει η άκριτη απόρριψη των πρόσφατων μεταρρυθμιστικών προτάσεων για τον εκσυγχρονισμό της ανώτατης παιδείας και η συντηρητική, φοβική, νομικίστικη στάση πολλών πρυτάνεων και μελών των Συγκλήτων. Απορρίπτουν όψιμα την προσπάθεια για δημόσιο διάλογο για τον εκσυγχρονισμό και τη βελτίωση των ΑΕΙ. Μήπως για να διασφαλίσουν τα οφίτσια και τις πολύπλευρες εξουσίες τους κρύβονται πίσω από «συνταγματικά» ή νομικίστικα επιχειρήματα, υπερασπιζόμενοι ένα αποτυχημένο, αναποτελεσματικό και σε πολλές περιπτώσεις απόλυτα διεφθαρμένο σύστημα διοίκησης; Στερούν όμως έτσι από τη χώρα τη δυνατότητα για ουσιαστικές αλλαγές στην ανώτατη εκπαίδευση και προσαρμογής της στα διεθνή πρότυπα, που θα τη μετέτρεπε σε μοχλό ανάπτυξης και εξόδου από την κρίση.

Χαρακτηρίζεται ως αντισυνταγματική η συμμετοχή στη διοίκηση των ΑΕΙ προσωπικοτήτων της κοινωνίας, διότι αντίκειται στη συνταγματικά κατοχυρωμένη αυτοτελή τους λειτουργία. Το επιχείρημα της αντισυνταγματικότητας στερείται σοβαρότητας όταν είναι ήδη γνωστή η πρόταση ότι όλα τα εξωτερικά μέλη του Συμβουλίου Διοίκησης θα εκλέγονται από τα μέλη του που προέρχονται από την ακαδημαϊκή κοινότητα, τα οποία θα έχουν και την πλειοψηφία. Σε τι θα ήταν άραγε προβληματική η συμμετοχή στη διοίκηση του Πανεπιστημίου Αθηνών προσωπικοτήτων από τον χώρο των Γραμμάτων και των Τεχνών ή των κοινωφελών και πνευματικών ιδρυμάτων, όπως οι Μίκης Θεοδωράκης, Αργύρης Ευστρατιάδης, Σώτη Τριανταφύλλου ή Δημήτρης Βλαστός; Σε τι θα ήταν πρόβλημα η συμμετοχή πετυχημένων Ελλήνων επιχειρηματιών που θα αποφάσιζαν να κάνουν σημαντικές δωρεές στο ελληνικό πανεπιστήμιο (το κάνουν ήδη σε διεθνή ακαδημαϊκά ιδρύματα) και μάλιστα σε μια περίοδο απόλυτης οικονομικής δυσπραγίας του ελληνικού Δημοσίου; Μου έρχεται στον νου ο Σπύρος Λάτσης και οι πολλών εκατομμυρίων δωρεές του στο London School of Economics και σε πολλά άλλα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Και επιτέλους δεν πρέπει το δημόσιο πανεπιστήμιο να υπόκειται σε κοινωνικό έλεγχο, όταν ζητεί να χρηματοδοτείται σχεδόν αποκλειστικά από τον Ελληνα φορολογούμενο; Η συμμετοχή προσωπικοτήτων από την κοινωνία στη διοίκηση των πανεπιστημίων είναι ευρύτατα διαδεδομένη διεθνής πρακτική, ιδιαίτερα στα πιο πετυχημένα και σημαντικότερα ΑΕΙ της Ευρώπης και της Αμερικής. Γιατί λοιπόν αρνούνται οι διοικήσεις των ελληνικών ΑΕΙ την εφαρμογή και στη χώρα μας αυτής της πρακτικής; Θεωρούν ότι η ελληνική κοινωνία δεν διαθέτει έντιμους, ευφυείς και με διάθεση κοινωνικής προσφοράς ανθρώπους κύρους ή ότι όλα τα ανωτέρω χαρακτηριστικά είναι αποκλειστικότητα των ακαδημαϊκών; Είναι ευτυχείς με τη μέχρι τώρα εμπειρία εφαρμογής του «πούρου ακαδημαϊκά ελληνικού» συστήματος διοίκησης των ΑΕΙ, το οποίο καθορίζεται κατά 40% από τη λιγότερο έμπειρη ακαδημαϊκή ομάδα, τους φοιτητές, άλλη μία ελληνική παγκόσμια πρωτοτυπία!

* Ο κ. Αχιλλέας Γραβάνης είναι καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης

7 Νοε 2010

Ελληνικά πανεπιστήμια: η νέα Ολυμπιακή; (Kαθημερινή - 7 Νοεμβρίου 2010)

Tου Kevin Featherstone*

Λόγω της παρακαταθήκης που άφησε το φοιτητικό κίνημα στον αντιδικτατορικό αγώνα, το πανεπιστήμιο καταλαμβάνει μία εξαιρετική θέση στην ελληνική κουλτούρα, η οποία εκτείνεται πολύ πέρα από τον επιμορφωτικό του ρόλο, όπως συμβαίνει σε άλλες χώρες. Πολλοί από εκείνους που βρίσκονται μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα επιθυμούν να διατηρήσουν αυτήν την ιδιαιτερότητα: στην ουσία, απαιτούν να απολαμβάνουν ασυλία από την υπόλοιπη κοινωνία. «Δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε στους ξένους το αγαπημένο μας σύστημα», υποστηρίζουν. «Οσοι είναι έξω από αυτό δεν μπορούν να το καταλάβουν, δεν συμμερίζονται τις αξίες μας».

Το πρόβλημα είναι ότι ο κόσμος έχει αλλάξει. Ολοι οι δείκτες συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι το ελληνικό πανεπιστήμιο δεν είναι αποτελεσματικό. Ολο και περισσότεροι γονείς που έχουν την οικονομική δυνατότητα αποφασίζουν να στείλουν τα παιδιά τους στο εξωτερικό, ενώ όλο και περισσότεροι Ελληνες ακαδημαϊκοί επιλέγουν να διδάξουν στο εξωτερικό, επίσης. Η υπόλοιπη κοινωνία δεν συμμερίζεται την αντίληψη των εκπροσώπων του συστήματος ότι τα πανεπιστήμια της χώρας οφείλουν να διατηρήσουν την ιδιαιτερότητά τους. Εξάλλου, είναι χαρακτηριστικό ότι οι ελληνικές οικογένειες πληρώνουν στον ιδιωτικό τομέα περισσότερα από όλες τις άλλες ευρωπαϊκές για την εκπαίδευση των παιδιών τους.

Μέχρι σήμερα, δεν έχω γνωρίσει ούτε έναν Ελληνα πανεπιστημιακό που να υποστηρίζει ότι το μοναδικό πρόβλημα είναι η υποχρηματοδότηση του συστήματος από το κράτος. Οι ηγεσίες των πανεπιστημίων υπονομεύουν το έργο τους, λόγω της εσωτερικής πολιτικοποίησης στην οποία τους σπρώχνουν οι κομματικές νεολαίες. Ο πύργος της εξουσίας τους είναι χτισμένος στην άμμο: δεν μπορούν καν να αποτρέψουν τους βανδαλισμούς και τις κλοπές στον χώρο του πανεπιστημίου, πόσω μάλλον να ενθαρρύνουν την ακαδημαϊκή προκοπή. Στο παρελθόν, το υπουργείο Παιδείας προσπάθησε να διορθώσει αυτήν την αδυναμία ενισχύοντας τον έλεγχο που ασκεί στο σύστημα, με αποτέλεσμα όμως να επιδεινώσει την αναποτελεσματικότητα και να συνθλίψει τη διάθεση για καινοτομία.

Η υπόθεση μου θυμίζει σε πολλές όψεις της την παλιά Ολυμπιακή Αεροπορία. Και εκείνη θεωρούνταν «πέραν των ορίων» της μεταρρύθμισης. Οι διοικήσεις της δεν μπορούσαν να διοικήσουν, λόγω των πελατειακών σχέσεων και των υπουργικών παρεμβάσεων. Η διαχείριση των πόρων ήταν αστεία και ακόμη και σήμερα κανείς δεν ξέρει τι να κάνει με το πλεονάζον προσωπικό από εκείνη την εταιρεία.

Οι προτάσεις της κυβέρνησης, λοιπόν, για τη μεταρρύθμιση της ανώτατης παιδείας αξίζουν σοβαρής μελέτης, καθώς ανοίγουν προς συζήτηση μείζονα ζητήματα. Υποστηρίζω με θέρμη την πρόταση να επιλέγουν μόνοι τους οι ακαδημαϊκοί τα θέματα που θα διδάξουν και το πρόγραμμα διδασκαλίας. Ως εκπαιδευμένοι ειδικοί, αξίζουν να έχουν και την αυτονομία τους. Με το προνόμιο της αυτονομίας, όμως, έρχεται και η ευθύνη της λογοδοσίας στην υπόλοιπη κοινωνία. Η ιδέα της σύστασης «διοικητικών συμβουλίων» με μέλη και ειδικούς από την ευρύτερη κοινωνία είναι επομένως σωστή. Οι προτάσεις αυτές αντανακλούν την πραγματικότητα που συναντά κανείς στα πανεπιστήμια των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου: τα πανεπιστήμια δηλαδή όπου τόσο πολλοί Ελληνες πηγαίνουν για να σπουδάσουν. Εχοντας περάσει πάνω από 30 χρόνια σε αυτά τα συστήματα, μπορώ να διαβεβαιώσω ότι ουδέποτε ένιωσα να απειλούμαι ως ακαδημαϊκός από τα συμβούλια, στα οποία συμμετέχουν και άνθρωποι που δεν είναι καθηγητές. Εξάλλου, ποτέ δεν ένιωσα ότι οι πανεπιστημιακοί είναι οι μοναδικοί με γνώσεις επάνω σε θέματα στρατηγικού σχδιασμού, διαχείρισης οικονομικών θεμάτων και ανάπτυξης.

Τα ελληνικά πανεπιστήμια όμως χρειάζονται και άλλες αλλαγές. Ως πανεπιστημιακός στο Ηνωμένο Βασίλειο, υπόκειμαι σε αξιολόγηση για τη διδασκαλία μου, ενώ υποχρεούμαι να μετεκπαιδευόμαι συνεχώς, ούτως ώστε να είμαι αρκούντως αποτελεσματικός στην άσκηση των καθηκόντων μου. Την ίδια στιγμή, η ποιότητα της έρευνάς μου επίσης αξιολογείται και από τα αποτελέσματα αυτής της αξιολόγησης εξαρτάται το πόσα χρήματα θα πάρει το πανεπιστήμιό μου από το κράτος. Δέχομαι να με αξιολογούν, ως αντάλλαγμα για το προνόμιο μιας μόνιμης θέσης. Δυστυχώς, οι πρωτοβουλίες που έχει πάρει και προς αυτήν την κατεύθυνση η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια είναι ανεπαρκείς.

Στον σημερινό κόσμο δεν έχουμε την πολυτέλεια να διατηρούμε αποκλεισμένα πανεπιστημιακά συστήματα. Η διαδικασία πρόσληψης και προαγωγής του προσωπικού τους πρέπει να ανοίξει, ώστε οι αποφάσεις να λαμβάνονται με παγκοσμίως αποδεκτά κριτήρια. Στην Κοπεγχάγη μιλούν συχνά για τον κίνδυνο να είναι κάποιος «παγκοσμίως διάσημος στη Δανία», έκφραση που αναφέρεται στους τοπικούς αστέρες, των οποίων η ποιότητα δεν αποδεικνύεται αλλά θεωρείται δεδομένη. Και σε αυτήν την περίπτωση, τα αμερικανικά και τα βρετανικά πανεπιστήμια προσλαμβάνουν και προάγουν, λαμβάνοντας υπόψη τα διεθνώς παραδεδεγμένα κριτήρια. Η ενίσχυση της ποιότητας των σπουδών εξαρτάται επίσης από τον ανταγωνισμό. Οι πόροι που διατίθενται για την έρευνα πρέπει να διανέμονται μέσω ενός ανοικτού αξιοκρατικού συστήματος.

Υπάρχουν πολλοί Ελληνες πανεπιστημιακοί που θαυμάζω. Αλλά τα πανεπιστήμια δεν είναι κτήμα ούτε των καθηγητών ούτε των φοιτητών. Οι οικογένειες, οι φορολογούμενοι, η οικονομία και η κοινωνία έχουν επίσης έννομο συμφέρον στο πώς διοικούνται. Ο νέος διάλογος που ξεκίνησε για τη μεταρρύθμιση της Ανώτατης Παιδείας δεν μπορεί να τορπιλιστεί από τους φοιτητές που διαμαρτύρονται ή από τους πρυτάνεις που αρνούνται να συζητήσουν. Οι ενέργειές τους τους χαρίζουν δημοσιότητα στα μίντια, αλλά είναι βλαπτικές προς το εθνικό συμφέρον.

* Ο κ. Kevin Featherstone είναι καθηγητής στο London School of Economics, όπου διευθύνει το Ελληνικό Παρατηρητήριο, και μέλος του Εθνικού Συμβουλίου Ερευνας και Τεχνολογίας της Ελλάδας.

26 Οκτ 2010

Αλλαγές στα ΑΕΙ (Από την Καθημερινή - 26 Οκτωβρίου 2010)

Οι προτεινόμενες από το υπουργείο αλλαγές στα ΑΕΙ

Δεκοκτώ κύριες αλλαγές στη λειτουργία των πανεπιστημίων και ΤΕΙ (ΑΕΙ) προτείνει το υπ. Παιδείας. Ειδικότερα:

1. Συστήνεται Συμβούλιο Διοίκησης ΑΕΙ. Οι αρμοδιότητές του θα είναι, μεταξύ άλλων, η στρατηγική ανάπτυξης του ιδρύματος, η έγκριση του προϋπολογισμού, της προγραμματικής συμφωνίας με την πολιτεία και του απολογισμού, η αξιοποίηση της περιουσίας του ΑΕΙ, η τήρηση του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας. Το Συμβούλιο αποτελείται από άμεσα εκλεγμένα μέλη της κοινότητας του ΑΕΙ, εκπροσώπους των φοιτητών και του μη ακαδημαϊκού προσωπικού του ΑΕΙ και από εξωτερικά μέλη. Τα εξωτερικά μέλη είναι σημαντικές προσωπικότητες που έχουν διακριθεί σε τομείς της επιστήμης, των Γραμμάτων, των Τεχνών και της ευρύτερης κοινωνίας. Η σύνθεση του Συμβουλίου, τα χαρακτηριστικά των μελών του και ο τρόπος συγκρότησής του θα αποφασισθούν στο πλαίσιο του διαλόγου.

2. Ο πρύτανης (και αντίστοιχα ο πρόεδρος του ΤΕΙ) επιλέγεται από το Συμβούλιο Διοίκησης έπειτα από διεθνή πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος και τη γνώμη του ακαδημαϊκού προσωπικού του ΑΕΙ. Μπορεί να είναι καθηγητής πανεπιστημίου της Ελλάδας ή του εξωτερικού.

3. Για την τήρηση της ακαδημαϊκής δεοντολογίας και των κανόνων νομιμότητας, προτείνεται είτε η θεσμοθέτηση του Ακαδημαϊκού Συνηγόρου είτε η συγκρότηση ανεξάρτητου Εθνικού Συμβουλίου Ακαδημαϊκής και Ερευνητικής Δεοντολογίας.

4. Καταργείται η βαθμίδα του λέκτορα στα πανεπιστήμια. Καταργείται ο θεσμός του διδάσκοντος με βάση το Π.Δ .407 (συμβασιούχοι) και αντικαθίσταται από τη θέση του λέκτορα, που δεν αποτελεί εξελίξιμη βαθμίδα. Στα ΤΕΙ, οι βαθμίδες παραμένουν ως έχουν. Η μονιμότητα στα ΑΕΙ διασφαλίζεται στη βαθμίδα του Αναπληρωτή Καθηγητή.

5. Στα εκλεκτορικά σώματα συμμετέχουν πανεπιστημιακοί από ξένα ΑΕΙ.

6. Οι μόνιμοι καθηγητές υπόκεινται σε περιοδική διαδικασία αξιολόγησης ως προς το ερευνητικό τους έργο από επιτροπές διεθνούς σύνθεσης. Θεσμοθετείται η δυνατότητα στα ΑΕΙ να εκλεγούν καθηγητές, οι οποίοι ήδη υπηρετούν σε ΑΕΙ του εξωτερικού.

7. Η πλήρης διαχείριση των οικονομικών, συμπεριλαμβανομένης της μισθοδοσίας, περιέρχεται στα ΑΕΙ. Το κατώτατο ύψος των μισθών θα ορίζεται από την πολιτεία, ενώ τα ΑΕΙ μπορούν να διαμορφώνουν συμπληρωματική πολιτική, για προσέλκυση επιστημόνων υψηλού κύρους ή για την παροχή κινήτρων στο προσωπικό τους. Για την ενθάρρυνση δωρεών προς τα ΑΕΙ προτείνεται η φοροαπαλλαγή.

8. Τα ΑΕΙ χρηματοδοτούνται από την πολιτεία, επί τη βάσει –αμοιβαία δεσμευτικών– προγραμματικών συμφωνιών. Ενα μέρος της δημόσιας χρηματοδότησης κατανέμεται στα ΑΕΙ βάσει των δεικτών ποιότητας (αριθμός αποφοίτων/εισερχόμενοι φοιτητές, αριθμός αλλοδαπών φοιτητών, αριθμός ξένων φοιτητών που προσελκύονται στο ΑΕΙ, υποτροφίες και βραβεία).

9. Συστήνεται ειδική υπηρεσία για τη διαχείριση της δημόσιας χρηματοδότησης, την κοστολόγηση των υπηρεσιών κ.λπ.

10. Εκδίδεται ηλεκτρονική κάρτα φοιτητή που θα εξασφαλίζει την πρόσβαση σε όλες τις παρεχόμενες από τα ΑΕΙ υπηρεσίες. Καθιερώνεται νέο σύστημα φοιτητικών υποτροφιών και δανείων, σε συνεννόηση με τον τραπεζικό τομέα.

11. Συστήνονται Περιφερειακά Συμβούλια με συντονιστικό ρόλο στη στρατηγική ανάπτυξης των ΑΕΙ σε περιφερειακό επίπεδο.

12. Προτείνονται συνενώσεις εκπαιδευτικών και ερευνητικών ιδρυμάτων.

13. Οι νέοι φοιτητές εισάγονται σε Σχολή ή στο ΑΕΙ (πανεπιστήμιο ή ΤΕΙ). Οι φοιτητές εντάσσονται στα επιμέρους προγράμματα σπουδών της Σχολής, μετά το τέλος του πρώτου έτους, ανάλογα με τις επιδόσεις και τις προτιμήσεις τους. Το ΑΕΙ θα ορίσει τις διαδικασίες για την ένταξη των φοιτητών σε προγράμματα σπουδών και την αλλαγή προγράμματος σπουδών μετά το πρώτο ακαδημαϊκό έτος.

14. Σε κάθε πανεπιστήμιο θεσμοθετούνται Σχολές Μεταπτυχιακών Σπουδών.

15. Εφαρμόζεται πλήρως το Ευρωπαϊκό Σύστημα Πιστωτικών Μονάδων.

16. Θεσμοθετούνται και ενισχύονται Κέντρα Αριστείας.

17.Τα ΑΕΙ προσφέρουν προγράμματα Διά Βίου Μάθησης.

18. Για πρώτη φορά δίνεται η δυνατότητα στα ΑΕΙ να ιδρύσουν παραρτήματα σε άλλες χώρες. Θεσμοθετείται η δυνατότητα χορηγίας Εδρών.

19 Οκτ 2010

Οκτώ μύθοι για την κρίση, του Π. Μανδραβέλη

Το στοίχημα για την Ελλάδα είναι να μην πάει η κρίση χαμένη, να αρχίσει να κινείται σε άλλη τροχιά πιο παραγωγική.


Συγχωρέστε με αν η εισήγησή μου σήμερα περιλαμβάνει πολλούς αριθμούς. Δεν είναι ότι καλύτερο Σάββατο πρωί μια ομιλία με αριθμούς, αλλά πραγματικά έχω μπουχτίσει από την ποίηση στον δημόσιο διάλογο. έχω μπουχτίσει από τα συνθήματα που θεωρούνται επιχειρήματα. Καλή είναι η ποίηση, αλλά στον διάλογο χρειαζόμαστε και κάποιους αριθμούς για να καταλάβουμε που βρισκόμαστε σήμερα, ώστε να δούμε που θα πάμε. Καλοί είναι και οι μύθοι, διακρινόμαστε ως λαός στην παραγωγή τους, αλλά δεν βοηθούν στην παραγωγή άλλων πραγμάτων που σήμερα χρειαζόμαστε περισσότερο. Γι αυτο κι εγώ θα μιλήσω για οκτώ από τους πολλούς μύθους που γέννησε η κρίση.

Μύθος Νο 1: Η Ελλάδα χρεοκόπησε. Λάθος· δεν χρεοκόπησε η Ελλάδα, αλλά το ελληνικό κράτος. Αν δούμε τους σχετικούς λογαριασμούς της Τράπεζας της Ελλάδος θα διαπιστώσουμε ότι οι Έλληνες πολίτες έχουν καταθέσεις και ρέπος μόνο στις ελληνικές τράπεζες 285 δισ. ευρώ. Όσο περίπου είναι και το δημόσιο χρέος για το οποίο γίνεται τόσο συζήτηση.

Υπάρχει όμως ένα ακόμη στοιχείο το οποίο δεν λαμβάνουμε υπόψη. Μπορεί να έχουμε το υψηλότερο αναλογικά δημόσιο χρέος στην Ευρώπη, αλλά το ιδιωτικό μαζί με το δημόσιο χρέος είναι πολύ πιο χαμηλό από πολλές χώρες της Ευρώπης. Η Ελλάδα έχει συνολικό χρέος 184% του Ακαθάριστου Εθνικού της Προϊόντος, η Ιρλανδία έχει 1.200%, η Ολλανδία, 380%, η Βρετανία ξεπερνά το 370% ακόμη και η ζηλευτή Γερμανία χρωστά συνολικά το 189% του ΑΕΠ της.

Αυτό αποδεικνύει κάτι που ξέραμε: έχουμε ένα φτωχό κράτος με πλούσιους πολίτες, αλλά αναδεικνύει και την ανάγκη να κάνουμε κάτι. Η χρεοκοπία του κράτους μαθηματικά θα οδηγούσε σε χρεοκοπία της χώρας σε κάθε τομέα.

Μύθος Νο 2: Η κρίση είναι οικονομική. Λάθος. Μπορεί να προσέχουμε περισσότερο την οικονομία επειδή οι περικοπές τσούζουν ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού, αλλά αυτό είναι μόνο μέρος της ευρύτερης κρίσης που πλήττει τον τόπο. Έχουμε κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Από τους 46 θεσμούς που μετρά η Public Issue, για μόνο δώδεκα οι θετικές γνώμες υπερτερούν των αρνητικών. Πρώτη η πυροσβεστική και δεύτερη η Μετεωρολογική υπηρεσία. Αυτό το έλλειμμα εμπιστοσύνης δεν εμφανίζεται τώρα που έχουμε τα συμπτώματα της οικονομικής κρίσης, αλλά από το 2007 που δημιουργήθηκαν αυτοί οι δείκτες. Συνεπώς έχουμε και πολιτική κρίση, με την ευρύτερη έννοια της αντιπροσώπευσης. Δεν εμπιστευόμαστε αυτούς που εμείς εκλέγουμε. Όποια έρευνα κι αν κοιτάξουμε θα δούμε ότι τα κόμματα, η Βουλή και η κυβέρνηση βρίσκονται στους δείκτες εμπιστοσύνης.

Έχουμε κρίση στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης· φαίνεται από τις κυκλοφορίες των εφημερίδων. Έχουμε κρίση στην εκπαίδευση, το πιστοποιούν όλες οι διεθνείς έρευνες. Κρίση στην δικαιοσύνη· ο καθηγητής κ. Σταύρος Τσακυράκης έγραφε πρόσφατα: «Οι εκκρεμείς υποθέσεις στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών ξεπερνούν τις 149.000, στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών τις 11.000 και στο Συμβούλιο της Επικρατείας τις 31.000. Καθένα από τα παραπάνω δικαστήρια διεκπεραιώνει κατ΄ έτος λιγότερες υποθέσεις από αυτές που εισάγονται, με αποτέλεσμα κάθε χρόνο να αυξάνονται οι εκκρεμείς υποθέσεις και ο απαιτούμενος χρόνος εκδίκασης. Σήμερα μία διοικητική διαφορά χρειάζεται πάνω από 17 χρόνια για να εκδικασθεί από όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας. Του χρόνου θα χρειάζεται 20, σε πέντε χρόνια 30.» («Βήμα» 8.8.2010)

Αλλά ας πάμε λίγο παραπέρα. Όταν σε μια χώρα συγκεντρώνεται το 40% του πληθυσμού σε ένα λεκανοπέδιο κι εκεί παράγεται το 50% του ΑΕΠ, σημαίνει ότι έχεις μια βαριά ασθένεια που χρειάζεται ένα τυχαίο γεγονός για να για να γίνει η ασθένεια κρίση βαριάς μορφής. Σκεφθείτε -ω μη γένοιτο- μια μεγάλη καταστροφή στην Αθήνα. Χάνεται η Ελλάδα.

Άλλο στοιχείο της ασθένειας που αναγκαστικά γίνεται κρίση: Η προστιθέμενη αξία του δευτερογενούς τομέα (ορυχεία, μεταποίηση, βιομηχανίες, κατασκευές κ.λπ.) είναι σχεδόν ίση (18,7% του ΑΕΠ) με την προστιθέμενη αξία του Εμπορίου συν τις χρηματοπιστωτικές συναλλαγές (17% του ΑΕΠ). Αυτό σημαίνει ότι κάποιοι λίγοι παράγουν και οι υπόλοιποι είμαστε, στο πάρε-δώσε· στην ανταλλαγή.

Μύθος Νο. 3: η κρίση είναι καπιταλιστική. Αυτό μπορεί να είναι αληθές για την διεθνή κρίση, όπου πραγματικά αν κοιτάξουμε πίσω από την πιστωτική κρίση και τα περίεργα χρηματοπιστωτικά προϊόντα, θα βρούμε την κλασική μαρξιστική κρίση υπερπαραγωγής, αλλά δεν ισχύει επ’ ουδενί για την Ελλάδα. Θα ήταν αστείο να μιλάμε για κρίση υπερπαραγωγής στην Ελλάδα (εδώ ψάχνουμε με το κιάλι να βρούμε την παραγωγή). Στην Ελλάδα έχουμε κρίση του μεγάλου κράτους δηλαδή κρίση σοσιαλιστική. Δεν μιλάμε μόνο για τις ΔΕΚΟ· 1,2 δισ. ετησίως είναι το έλλειμμα του ΟΣΕ.

Δυστυχώς αυτό το μεγάλο κράτος έχει μπολιάσει πολλούς τομείς της ιδιωτικής οικονομίας. Δια αφανών κι εμφανών επιδοτήσεων δημιουργήσει φούσκες παντού. Κλασικό παράδειγμα είναι η αγορά των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. Έχουμε αναρωτηθεί πως σε μια χώρα σαν την Ελλάδα επιβιώνουν 26 εφημερίδες πανελλαδικής κυκλοφορίας, δέκα κανάλια πανελλαδικής εμβέλειας και ουκ έστι αριθμός ραδιοφώνων; Έχουμε αναρωτηθεί από ποια αγορά συντηρούνται πέντε ή επτά επαρχιακές εφημερίδες σε κάθε πόλη;

Το κυκλοφορικό σύστημα της οικονομίας ήταν απλό. Το κράτος ήταν η καρδιά. Δανειζόταν λεφτά, τα έριχνε στην αγορά (με μισθούς, επιδοτήσεις, φεστιβάλ, πανηγύρια, ενισχύσεις επενδύσεων, πανεπιστήμια στο πουθενά για την τόνωση των τοπικών αγορών κ.λπ.) κι αυτό το ονομάσαμε ανάπτυξη. Αυτό που ζούμε τώρα είναι μια καρδιακή προσβολή. Το κράτος δεν μπορεί να δανειστεί συνεπώς η καρδιά υπολειτουργεί και σχεδόν ολόκληρο το κυκλοφοριακό σύστημα έχει παγώσει.

Μύθος Νο 4: η λογική απάντηση στην ελληνική κρίση είναι κεϊνσιανή. Ανοησίες. Η κεϊνσιανή απάντηση απαιτεί ανενεργούς συντελεστές παραγωγής. Η κλασική κεϊνσιανή συμβουλή να ανοίγουμε αχρείαστες τρύπες για να διοχετευθεί εισόδημα στην αγορά και αυτό με τη σειρά του να τροφοδοτήσει τη ζήτηση και συνεπώς την παραγωγή, στην περίπτωσή μας δεν δουλεύει. Το πλεονάζον εισόδημα που θα διοχετευθεί θα πάει στους Ισπανούς για να αγοράσουμε ντομάτες, στους Χιλιανούς για μήλα, στους Τούρκους για φακές και στους Γερμανούς για αυτοκίνητα. Εμείς στο τέλος της ημέρας θα μείνουμε με τις τρύπες και με την απορία πώς από ρυθμό ανάπτυξης 4% βρεθήκαμε (μόλις κόπηκαν τα δανεικά) στο μείον 4%.

Το αστείο είναι ότι υπέρ της κεϊνσιανής πολιτικής τάσσονται και οι εργαζόμενοι και οι Έλληνες επιχειρηματίες. Αν δείτε τις ανακοινώσεις των αποκαλούμενων «παραγωγικών φορέων» το μόνο πράγμα που προτείνουν ως αναπτυξιακό είναι «ρίξτε λεφτά στην αγορά». Αυτό φυσικά δεν γίνεται, γιατί δανεικά πλέον δεν υπάρχουν, για να κινηθεί το εμπόριο και η ελληνικού τύπου «ανάπτυξη», αλλά είναι χαρακτηριστική η μετάλλαξη της ελληνικής επιχειρηματικότητας. Στο κράτος προσβλέπουν και οι Έλληνες επιχειρηματίες κι ελπίζουν σε ένα νέο κύκλο ανακύκλωσης των δανεικών.

Μύθος Νο 5: Η ύφεση. Αυτή υπάρχει και είναι μεγάλη, αλλά αντίθετα με όσα υποστηρίζονται αυτή δεν είναι προϊόν του μνημονίου ή του προγράμματος σταθεροποίησης της ελληνικής οικονομίας. Η ελληνική οικονομία αρχίζει να επιβραδύνεται από το πρώτο τρίμηνο του 2009 και συνεχίζει. Μπορεί το 2010 και λόγω των περιοριστικών μέτρων να έχουμε μείον 3,5% ή μείον 4%, όπως προϋπολογίζεται, αλλά δεν ξέρουμε τι επιβράδυνση θα είχαμε χωρίς το μνημόνιο. Μπορεί δηλαδή στις 9 Μαϊου να είχαμε καρδιακή ανακοπή, στάση πληρωμών του κράτους, πανικό στις τράπεζες, κατάρρευση αυτού του σαθρού οικοδομήματος. Εδώ χωρίς στάση πληρωμών και μόνο με την παραφιλολογία είχαμε εκροή 20 δισεκατομμυρίων από τις καταθέσεις, μπορούμε να φανταστούμε τι θα γινόταν αν λέγαμε ότι το κράτος δεν έχει να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του;

Μύθος Νο 6: Μόνο οι εργαζόμενοι πληρώνουν την κρίση. Έχετε δει τις αγωνιώδεις εκκλήσεις των εταιρών αυτοκινήτων, του ΕΒΕΑ, και άλλων σε εισαγωγικά παραγωγικών φορέων για την ενίσχυση της -πάλι εισαγωγικά- επιχειρηματικότητας; Μακροπρόθεσμα, αυτό που ευφημίζεται ως ελληνική επιχειρηματικότητα, θα πληγεί περισσότερο ακόμη και από τους εργαζόμενους, επειδή στο μεγάλο της κομμάτι είναι αεριτζίδικη. η λογική κάνω ένα γραφείο, πιάνω φιλίες με τον υπουργό ή τον διοικητή ενός δημόσιο οργανισμού και κάνω δουλειά με το κράτος στα χρόνια της επιτήρησης έχει τελειώσει, διότι απλώς το κράτος δεν έχει τα λεφτά που είχε. Φυσικά δεν πρόκειται να κοπεί μαχαίρι ούτε η διαφθορά, ούτε η διαπλοκή (διαφθορά είχαμε και στην πιο άγια οικογένεια· ένας από τους 12 μαθητές του Ιησού ήταν διεφθαρμένος) αλλά όταν το κράτος δεν έχει λεφτά, δεν υπάρχει και η υλική βάση της διαφθοράς. Κι αυτό θα πλήξει την ελληνική -και πάλι εισαγωγικά- επιχειρηματικότητα. Δεν τρέφω αυταπάτες· εμείς οι δημοσιογράφοι που δουλεύουμε σε ένα κατ’ εξοχήν κρατικοδίαιτο και βαθιά διαπλεκόμενο με κάθε εξουσία κλάδο θα πληγούμε πολύ. Αλλά μέχρι πότε οι Έλληνες πολίτες θα συντηρούν επτά κρατικά κανάλια, δέκα ιδιωτικά πανελλαδικά και τρία τέσσερα ανά πόλη επαρχιακά;

Μύθος Νο 7: Αναδιάρθρωση του χρέους. Μεταξύ μας αυτό είναι πολύ πιθανό να γίνει με την μορφή επιμήκυνσης, αλλά μπορεί και πρέπει να γίνει όταν αυτοί που μας δάνεισαν νιώσουν ασφαλείς ότι θα πάρουν τα λεφτά τους πίσω. Δυστυχώς πέρα από τα κερδοσκοπικά παιγνίδια στις αγορές, που τροφοδοτούν φήμες, δημοσιεύματα κ.λπ. υπάρχουν πραγματικοί φόβοι απλών ανθρώπων ότι θα χάσουν τα λεφτά τους τοποθετώντας τα σε ελληνικά ομόλογα. Δεν είναι οι επονομαζόμενοι καρχαρίες της Wall Street που ανησυχούν. Αυτοί τοποθετούνται έτσι ώστε να ελαχιστοποιούν το ρίσκο τους. Αλλά σκεφθείτε: εσείς θα θέλατε να αγόραζε το ασφαλιστικό σας ταμείο ομόλογα Αργεντινής; Θα θέλατε να εξαρτάται αν θα πάρετε σύνταξη, από το πως θα πάει η οικονομία της Αργεντινής;

Το αίτημα της αναδιάρθρωσης του χρέους, είναι ο παλιός ρομαντισμός της επανάστασης, αλλά τώρα με χρηματοπιστωτικά μέσα.

Αλλά ας υποθέσουμε ότι ήμασταν καθόλα έτοιμοι και στις 9 Μαϊου «τους την φέρναμε». Έβγαινε ο πρωθυπουργός, είτε από το Καστελόριζο, είτε από αλλού κι έλεγε «λεφτά δεν υπάρχουν. Στάση πληρωμών». Έκλειναν οι τράπεζες για να μην υπάρξει πανικός των καταθετών για να σηκώσουν τα λεφτά τους. Βάζαμε ισχυρές φρουρές στα σύνορα για να μην φύγουν τα χαρτονομίσματα σε βαλίτσες, ή όπως το κάναμε παλιότερα σε οδοντόκρεμες. Λέγαμε στους ξένους εμπόρους άι στο διάολο κι εσείς και τα προϊόντα σας (αυτοί σε μια χώρα υπό πτώχευση θα ζητούσαν ρευστό· δεν θα δεχόταν ούτε επιταγές, ούτε εγγυητικές, ούτε τίποτε) και λέγαμε ότι θα γίνουμε Αλβανία για μερικούς μήνες μέχρι μερικά χρόνια έως ότου περάσει η μπόρα.

Τι θα κάναμε μετά; Με τι λεφτά θα κινούσαμε στο ενδιάμεσο την ελληνική οικονομία και με ποια παραγωγική δομή θα αναπληρώναμε τις εισαγωγές; πως θα χρηματοδοτούσαν οι τράπεζες τους μικρομεσαίους, αφού θα υπήρχε ο εύλογος κίνδυνος τα λεφτά να φύγουν έξω αντί να γίνουν επενδύσεις ή θέσεις εργασίας;

Η παραδοχή μας περί χρεοκοπίας θα ήταν κάτι χειρότερο από την καρδιακή προσβολή του συστήματος, δηλαδή αυτού που ζούμε σήμερα. Θα ήταν καρδιακή ανακοπή. Θάνατος....

Μύθος Νο 8. Δεν υπάρχει ελπίδα. Ο μεγαλύτερος όλων των μύθων ο οποίος δυστυχώς εμποτίζει τον ψυχισμό νέων ανθρώπων, πολλοί από τους οποίους σκέφτονται να φύγουν στο εξωτερικό, κι αυτό αν πραγματοποιηθεί θα αποτελέσει πραγματική ζημία για την χώρα και την οικονομία. Υπάρχουν πολλά σενάρια καταστροφής τα οποία χρειάζονται μέρες για να αναλυθούν. Ένα βασικό σενάριο λέει πως ότι και να κάνουμε το δημόσιο χρέος θα πάει στο 148-150% του ΑΕΠ, οπότε η χρεοκοπία είναι αναπόφευκτη. Η αλήθεια είναι πως για τα δικά μας μεγέθη αυτό το χρέος είναι μεγάλο. Η αλήθεια επίσης είναι ότι για τα μεγέθη της παγκόσμιας οικονομίας, αυτό το χρέος είναι τρίχες. Ολόκληρο το σημερινό χρέος της Ελλάδας είναι το 1/3 του ελλείμματος των ΗΠΑ μόνο για φέτος.

Αν η παγκόσμια οικονομία ξεπεράσει τις φοβίες της, για το πουλόβερ της ευρωζώνης που θα ξηλωθεί με πρώτη την Ελλάδα και αν εμείς ανακτήσουμε την εμπιστοσύνη των αγορών η ελληνική οικονομία θα αρχίσει πάλι να κινείται και ίσως με ταχύτερους ρυθμούς. Το στοίχημα λοιπόν σήμερα είναι να μην πάει η κρίση χαμένη, να αρχίσει να κινείται σε άλλη τροχιά πιο παραγωγική. Διότι ακόμη και αν γινόταν σήμερα ένα θαύμα σαν αυτό της ΟΝΕ και το κόστος δανεισμού μας ξανάπεφτε στα επίπεδα του Γερμανικού -δηλαδή αυτά τα διαβόητα spreads γινόταν μηδενικά- τι θα κάναμε; Θα ακολουθούσαμε το μοντέλο της ανάπτυξης δια της κατανάλωσης αποκλειστικά; θα αναπαραγάγαμε ένα μοντέλο, από το οποίο δεν ήμασταν ευχαριστημένοι ούτε καν πριν την κρίση;

Έχουμε καταλάβει τι ζημιά κάναμε όλα αυτά τα χρόνια στην νέα γενιά, όταν το μόνο που ελπίζουν οι 18ρηδες και το αποτυπώνουν στη συμπλήρωση των μηχανογραφικών, είναι σχολές που θα τους εξασφαλίσουν μια θέση στο δημόσιο τομέα; Και ποιον δημόσιο τομέα; Τον ελληνικό, που δεν είναι ούτε ο πιο δημιουργικός, ούτε ο πιο συναρπαστικός στον κόσμο. Δηλαδή φτιάξαμε ένα σύστημα που οι καλύτεροι της νέας γενιάς ονειρεύονται να δουλέψουν σε υποθηκοφυλακείο.

Η χώρα βρίσκεται σε μια δύσκολη καμπή. Έχει σωρεύσει παθογένειες παντού και τώρα για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια προσπαθεί να τις θεραπεύσει. Δεν είναι εύκολη υπόθεση· ο συντηρητισμός δεξιός και αριστερός είναι μια γλυκιά πρόταση, αλλά όπως αποδείχθηκε και στην περίπτωση της Ελλάδας καταστροφική. Πρέπει όμως να τα αλλάξουμε όλα. Από το δημόσιο και την εκπαίδευση, μέχρι τους όρους της επιχειρηματικότητας και προσανατολισμού των νέων. Ειδικά αυτούς τους τελευταίους δεν πρέπει να τους απογοητεύουμε με μύθους σαν τους παραπάνω. Τους κληροδοτούμε ένα χρέος τριακοσίων δισ. ευρώ, αλλά τουλάχιστον να τους αφήσουμε την ελπίδα. Και να είμαστε σίγουροι πως αν τους εξηγήσουμε τα προβλήματα σωστά, θα τα καταφέρουν μια χαρά. Θα μάς ξελασπώσουν...

Εισήγηση σε ημερίδα του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης 11.9.2010

17 Οκτ 2010

Μεταβολές στην ανώτατη παιδεία: σπεύδετε βραδέως (Δημήτρης Τριχόπουλος - Καθημερινή, 17/10/2010)

Ο υπογράφων υπηρετεί σε διακεκριμένο πανεπιστήμιο των ΗΠΑ, όπως και εκατοντάδες άλλοι Ελληνες επιστήμονες. Ενα στοιχείο που διαφοροποιεί την εμπειρία του από εκείνη των περισσοτέρων συναδέλφων του είναι ότι υπηρέτησε προηγουμένως επί μακρόν σε ανώτατη καθηγητική θέση στη χώρα μας. Το γεγονός αυτό του επιτρέπει μια συγκριτική αξιολόγηση, οπωσδήποτε με μεθοδολογικές ατέλειες, της σημερινής κατάστασης στην Aνώτατη Παιδεία στην Ελλάδα και στις ΗΠΑ. Οι σκέψεις αυτές θα μπορούσε να είναι χρήσιμες στη σχεδιαζόμενη, και επιβαλλόμενη, αλλαγή του νομοθετικού πλαισίου για την ανώτατη εκπαίδευση στη χώρα μας.

Το επίπεδο των φοιτητών στα ελληνικά πανεπιστήμια είναι υψηλό, κατά τη γνώμη μου υψηλότερο εκείνου των καλών αμερικανικών πανεπιστημίων. Αυτό δεν οφείλεται μόνο στην παιδειοκεντρική φιλοσοφία της ελληνικής οικογένειας, αλλά και στο γεγονός ότι οι εισαγωγικές εξετάσεις για τα πανεπιστήμιά μας είναι αδιάβλητες, δίκαιες και κατά συνέπεια αξιοκρατικές. Αν δεν υπήρχαν τα μετά τις εισαγωγικές «παράθυρα», η Ελλάδα θα μπορούσε να διεκδικήσει παγκόσμια πρωτοπορία όσον αφορά την ποιοτική στάθμη του προπτυχιακού φοιτητικού σώματος στα πανεπιστήμια.

Στους εκπαιδευτές υπάρχει ετερογένεια. Οι περισσότεροι είναι αφοσιωμένοι και ικανοί, αλλά και αυτοί προσπαθούν να λειτουργήσουν σε ένα κλίμα απογοήτευσης που δημιουργείται από την αδυναμία πραγμάτωσης ενός προγράμματος που συνεχώς διακόπτεται και συντέμνεται και ουδέποτε αξιολογείται ορθολογικά. Στις ΗΠΑ, τα διδακτικά προγράμματα δημοσιοποιούνται στις αρχές του ακαδημαϊκού έτους και εφαρμόζονται ευλαβικά, εκτός αν υπάρχει χιονοθύελλα ή κάποιο αντίστοιχο γεγονός. Στη χώρα μας δεν μπορώ να θυμηθώ έστω και μια χρονιά στην οποία το εκπαιδευτικό πρόγραμμα εφαρμόστηκε αδιάλειπτα, με συνέπεια την αποδιοργάνωση τόσο της εκπαίδευσης και της έρευνας, όσο και των διεθνών υποχρεώσεων του εκπαιδευτικού και ερευνητικού προσωπικού.

Για την έρευνα θα χρησιμοποιήσω δύο οικονομικούς όρους, όπως τουλάχιστον τους καταλαβαίνω. Η αποτελεσματικότητα (επίδοση) της έρευνας στα ελληνικά πανεπιστήμια είναι μέτρια, αλλά η αποδοτικότητά της, στην οποία η αποτελεσματικότητα διαιρείται με τους διατιθέμενους πόρους, είναι σχετικά υψηλή, αφού οι πόροι είναι τόσο περιορισμένοι. Και, πάντως, φαίνεται ότι η αποτελεσματικότητα παρουσιάζει διαχρονική ανοδική πορεία.

Εκεί όπου η Aνώτατη Παιδεία υστερεί σημαντικά σήμερα στην Ελλάδα είναι η διοίκηση των πανεπιστημίων. Αυτό δεν οφείλεται στην ποιότητα των εκλεγέντων στη διοίκηση. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι πρυτάνεις, πρόεδροι κ. λπ., τουλάχιστον αυτοί τους οποίους γνώρισα, ήταν προικισμένοι και αναγνωρισμένοι επιστήμονες. Το πρόβλημα βρίσκεται στο σύστημα. Στις ΗΠΑ, οι πρυτάνεις και οι κοσμήτορες επιλέγονται από σώματα τα οποία δεν έχουν άμεση εξάρτηση από τους καθηγητές και βέβαια τους φοιτητές, ενώ στην Ελλάδα συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Στη χώρα μας, το σύστημα για την εκλογή βουλευτών έχει κατηγορηθεί ότι προάγει τις πελατειακές σχέσεις, παρ' όλο που η εκλογική βάση αφορά πολλές χιλιάδες ψηφοφόρους. Σκεφτείτε πόσο εντονότερη μπορεί να είναι η πελατειακή αυτή σχέση όταν αφορά μερικές εκατοντάδες ψηφοφόρους, πολλοί από τους οποίους (κυρίως στο φοιτητικό σώμα) κινούνται ομαδικά προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση.

Η φοιτητική ζωή σε ολόκληρο τον κόσμο υπαγορεύεται κατά 80% από τα νιάτα των φοιτητών - και έτσι πρέπει. Το υπόλοιπο 20% της φοιτητικής ζωής, όμως, οργανώνεται διαφορετικά στις ΗΠΑ απ' ό, τι στην Ελλάδα. Στην Αμερική είναι ενταγμένο στη ζωή του πανεπιστημίου ενώ στην Ελλάδα, και όταν ακόμα είναι, εκφράζει συνήθως μια αντιπαλότητα, σαν να μην αποτελούν οι εκπαιδευόμενοι τη συνέχεια και τη δικαίωση των εκπαιδευτών τους.

Η μεταρρύθμιση που ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1980 στην Aνώτατη Παιδεία ήταν απαραίτητη αλλά, όπως έγινε, είχε περισσότερες αρνητικές παρενέργειες παρά θετικές συνέπειες. Η μεταρρύθμιση έγινε με βασικό σκεπτικό την άρση της «μονοκρατορίας» της πανεπιστημιακής έδρας, δηλαδή των τότε τακτικών καθηγητών, που ήταν και οι διευθυντές των αντίστοιχων ακαδημαϊκών μονάδων. Η συγκεκριμένη μονοκρατορία καταλύθηκε, αφού έχουν γίνει πλέον πολλαπλάσιοι καθηγητές στην ανώτατη βαθμίδα - πράγμα επιθυμητό, με την προϋπόθεση ότι υπάρχει διαφάνεια και τηρούνται αξιοκρατικά κριτήρια. Ατυχώς, όμως, η μονοκρατορία δεν εξέλιπε - αντίθετα ισχυροποιήθηκε, αφού μετακινήθηκε στους λίγους εκλεγμένους στη διοίκηση των πανεπιστημιακών τμημάτων, στους οποίους μεταφέρθηκε η εξουσία.

Είναι θετικό μια διακεκριμένη υπουργός να ασχολείται σοβαρά με την αναμόρφωση της Aνώτατης Παιδείας στη χώρα και είναι εύλογο η υπουργός να επιθυμεί τη διαμόρφωση ενός φιλόδοξου πολυνομοσχεδίου για να επιτύχει τον στόχο αυτό. Ενα πολυνομοσχέδιο, όμως, κρύβει πολλές παγίδες για την ανάδυση των κατά Merto«απροσδόκητων συνεπειών». Αν ορισμένα άρθρα, ή η συνέργεια μεταξύ των διαφόρων άρθρων, αποδειχθούν αναποτελεσματικά ή βλαπτικά, θα αμαυρώσουν την εικόνα της όλης προσπάθειας. Ως παράδειγμα, η μετάκληση ξένων επιστημόνων ως κριτών σε εκλογές είναι, βέβαια, επιθυμητή, αλλά εξαιρετικά δύσκολο να πραγματωθεί, ακόμη κι αν μπορούσαν να διατεθούν τα απαιτούμενα (πολλά) χρήματα. Ούτε η τηλεδιάσκεψη αποτελεί λύση - η προσωπική μου εμπειρία από τηλεδιασκέψεις είναι ότι συμμετέχουν συνήθως τα 2/3 των προσκληθέντων και αρκετοί από τους συμμετέχοντες δεν είναι επαρκώς προετοιμασμένοι. Η μόνη εφικτή λύση -και αυτή που χρησιμοποιείται σε πολλά ξένα πανεπιστήμια- είναι η σύνταξη επιστολών αξιολόγησης με διαβαθμιζόμενες θετικές ή αρνητικές τοποθετήσεις. Και θα πρέπει, βέβαια, να συνεκτιμηθεί, ενδεχομένως ακόμη και με αρνησικυρία, η άποψη των Ελλήνων συναδέλφων τους.

Η κατάσταση της Aνώτατης Παιδείας στη χώρα μας δεν είναι τόσο κακή όσο συχνά αναφέρεται, αλλά είναι επιδεκτική σημαντικών βελτιώσεων. Θα είναι κρίμα να χαθεί μια ευκαιρία τώρα που οι συνθήκες έχουν ωριμάσει και υπάρχουν πολλοί νέοι άνθρωποι, σε πολλά επίπεδα, έτοιμοι να επωμισθούν το βάρος μια νέας προσπάθειας. Η γνώμη του υπογράφοντος είναι οι μεταβολές να γίνουν σταδιακά, ώστε να υπάρχει κάθε φορά δυνατότητα ήπιων διορθωτικών παρεμβάσεων χωρίς να κλονίζεται ένα μείζον νομοθετικό οικοδόμημα: σπεύδετε βραδέως.

* Ο κ. Δ. Τριχόπουλος είναι καθηγητής του Πανεπιστημίου Harvard, ακαδημαϊκός

3 Αυγ 2010

Οι ανατροπές από την κρίση «απαιτούν» κατανόηση και πιο προσεκτικούς σχεδιασμούς για το μέλλον...

Καθηγ. Πέτρος Γρουμπός
Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος Επιστημονικού Πάρκου Πατρών

Πηγή: Express.gr 02/08/10-08:08


O ΠΙΤΤΑΚΟΣ, ένας από τους επτά σοφούς της Ελλάδας, μας δίδαξε: «Συνετών ανδρών, πριν γενέσθαι τα δυσχερή, προνοήσαι όπως μη γέννηται, ανδρείων δε, γενόμενα ευ θέσθαι».

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι την περίοδο αυτή βιώνουμε τη χειρότερη παγκόσμια οικονομική κρίση, τουλάχιστον από τη δεκαετία του '30. Τα γεγονότα που παρακολουθούμε είναι πρωτόγνωρα, η έντασή τους μοναδική και αυτό που εξακολουθεί να παραμένει άγνωστο είναι το βάθος, η έκταση και η διάρκεια της κρίσης. Γι'Α αυτό έχει δίκιο ο Πιττακός ότι οι ηγέτες αλλά και οι πολίτες ενός κράτους πρέπει να προνοούν και να ετοιμάζονται με προσοχή και «σοφία» για να αντιμετωπίσουν τέτοιες κρίσεις.

Πορευόμαστε στον αιώνα των ανατροπών, που μεταβάλλουν το οικονομικό, κοινωνικό και πολιτιστικό τοπίο μέσα από τις διαδικασίες του τρίπτυχου παιδεία + έρευνα - καινοτομία + επιχειρηματικότητα. Το κράτος και οι νοοτροπίες όλων των εμπλεκόμενων φορέων δεν αλλάζουν από τη μία ημέρα στην άλλη όταν δεν υπάρχουν και οι κατάλληλες δομές του κράτους. Σήμερα καλούμεθα όλοι μας να κατανοήσουμε όλες τις ανατροπές που γεννιούνται από την κρίση, να εντείνουμε τη δράση μας και να σχεδιάσουμε πιο προσεκτικά τις μελλοντικές μας δράσεις αν επιθυμούμε να συνεισφέρουν σε μία κοινή ελληνική πορεία με απώτερο στόχο την αειφόρο ανάπτυξης της χώρας μας. Αυτές οι ανατροπές θα μεταβάλουν: την καθημερινότητα στο πλαίσιο της ανθρώπινης δραστηριότητας και θα διαμορφώσουν τελικά μία νέα οικονομική, κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα. Σ' αυτό το νέο περιβάλλον των ανατροπών, με κυρίαρχα στοιχεία τη γνώση και την πληροφορία, είναι απαραίτητος ένας στρατηγικός σχεδιασμός τόσο σε επίπεδο της χώρας όσο και της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.).

Η Ελλάδα και η Ε.Ε. βρίσκονται αντιμέτωπες με μία μεγάλη ποιοτική μεταλλαγή, η οποία προκύπτει από την παγκοσμιοποίηση, που δεν προέκυψε τα τελευταία 4-5 έτη αλλά τα 20-25, και της πρόκλησης μιας νέας οικονομίας καθοδηγούμενης από τη γνώση. Οι αλλαγές αυτές έχουν επιπτώσεις σε κάθε πτυχή της ζωής των ανθρώπων και απαιτούν ριζικό μετασχηματισμό της ελληνικής και ευρωπαϊκής οικονομίας. Η Ελλάδα πρέπει να διαμορφώσει αυτές τις αναγκαίες αλλαγές κατά τρόπο σύμφωνο με τις κοινωνικές της αξίες και αντιλήψεις λαμβάνοντας υπόψη την τελευταία οικονομική κρίση.

«Η κρίση είναι ευλογημένη, γιατί από την κρίση πηγάζει η πρόοδος» έλεγε ο Αϊνστάιν. Η έκφραση αυτή αναδεικνύει την κρίση ως διαδικασία εξυγίανσης, την προκρίνει ως ένα σκαλοπάτι για την πρόοδο. Με τη θεώρηση αυτή η κρίση δεν είναι ένα κακό που πρέπει να εξορκισθεί, αλλά κάτι καλοδεχούμενο που μένει να διαχειριστούμε κατά τέτοιο τρόπο ώστε το πέρας της να μας βρει να μετράμε περισσότερα κέρδη απ' ό,τι απώλειες. Αυτά σε ό,τι αφορά γενικά την όποια κρίση χτυπάει την πόρτα ενός ατόμου, μιας εταιρίας, μιας κοινωνίας.

Η κρίση όμως είναι εδώ. Δεν αναφέρομαι σ' αυτήν στο πλαίσιο μιας διανοητικής άσκησης. Η κρίση είναι εδώ, αφού ήδη μετράμε απώλειες, καθώς η ανεργία μεγαλώνει, θέτοντας στο περιθώριο φίλους μας, συμπολίτες μας. Ομάδες πληθυσμού βαρυγκωμούν στέλνοντας μηνύματα δυσαρέσκειας και η κατήφεια στην αγορά τείνει να γίνει μεταδοτική. Η κρίση λοιπόν είναι εδώ και μάλιστα με πολλά πρόσωπα: κρίση οικονομική, κρίση θεσμική, κρίση που φαίνεται να αγγίζει όλο και περισσότερα τμήματα των κοινωνικών μας δομών.

Σ' αυτή την πρόκληση οφείλουμε να αντιδράσουμε, δεν επιτρέπεται να μείνουμε μοιρολατρικά ακίνητοι. Η κρίση είναι εδώ και αξιολογεί βάζοντας σε δοκιμασία:

Στάσεις και συμπεριφορές προσώπων και ομάδων.

Κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές δομές.

Όλα τα παραπάνω είμαστε υποχρεωμένοι να τα δούμε μέσα στο νέο πλαίσιο που έχει δημιουργηθεί.

Η κρίση επιβάλλει την αξιολόγηση των πάντων: κανένα πρόσωπο, καμιά κοινωνική δομή (ιδιωτών ή κρατική) δεν πρέπει να θεωρήσει ότι δεν την αφορά η αυτοβελτίωση, η αναδιοργάνωση. Τίποτα και κανένας δεν μπορεί να καμώνεται ότι αυτή η κρίση δε τον αφορά.

Όπως σ' όλες οι έκτακτες καταστάσεις έτσι και τώρα, δεν αρκεί να εντοπίσουμε το πρόβλημα και τους επερχόμενους κινδύνους, αλλά πρέπει να δράσουμε γρήγορα σε επίπεδο ατομικό, σε επίπεδο εταιρικό, σε επίπεδο θεσμικό. Και πρέπει να συμμετέχουμε, ειδικά σήμερα, αφού η κρίση δεν θα εξασφαλίσει καλύτερη μεταχείριση σ' εκείνους που δεν θα αντιδράσουν.

Το βάρος της αντίδρασης κυρίως πέφτει σ' αυτούς που ασκούν εξουσία, μικρή ή μεγάλη, σ' αυτούς που ηγούνται δομών στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα. Υπό την έννοια αυτή όλες οι ηγεσίες οφείλουν να προτείνουν και να εφαρμόσουν, στις δομές που ηγούνται, σχέδιο αναδιοργάνωσης και αυτοβελτίωσης.

Σ' αυτό το πλαίσιο έχει νόημα αυτή η παρέμβαση.

Είμαι πεπεισμένος ότι το όποιο ευρύτερο σχέδιο αντιμετώπισης της κρίσης πρέπει να περιλαμβάνει μεταξύ άλλων και τα εξής:

1. Επενδύσεις στην έρευνα.

2. Προώθηση - ενίσχυση της καινοτομίας.

3. Ενίσχυση της επιχειρηματικότητας, ιδιαίτερα των νέων.

Οι παραπάνω δράσεις είναι αυτές οι οποίες κύρια κομίζουν τις νέες προσεγγίσεις, τις νέες ιδέες, τα νέα προϊόντα, γι' αυτό και πρέπει να απολαμβάνουν από εδώ και στο εξής τη μεγαλύτερη προσοχή μας, την ιδιαίτερη μεταχείριση. Ο λόγος είναι κάτι παραπάνω από προφανής: Οι νέες προκλήσεις στις οποίες καλούμαστε να απαντήσουμε απαιτούν νέα όπλα, νέα εργαλεία, νέες απαντήσεις. Είναι ευθύνη όλων μας και ιδιαίτερα της πολιτείας να δημιουργήσει εκείνο το ευρύτερο πλαίσιο που θα επιτρέψει την ανάδειξη του καινούργιου.

Eνα νέο πλαίσιο που οφείλει:

• Να αφαιρέσει τις ενοχές από την έννοια του κέρδους, της επιχειρηματικότητας και του επιχειρείν.

• Να ενθαρρύνει τη δημιουργικότητα, με παροχή κινήτρων στους νέους.

• Να επιφέρει δραστική απλούστευση της διαδικασίας δημιουργίας μιας νέας επιχείρησης.

• Να αξιοποιήσει χρηματοδοτικά εργαλεία, όπως π.χ. Business Angels, κεφάλαια για χρηματοδότηση Start-ups.

• Να δημιουργήσει καινοτομικές ζώνες με φορολογικά κίνητρα για ξένες επενδύσεις.

• Να προτείνει παρέμβαση σ' όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης για αλλαγή στην επιχειρηματική κουλτούρα της ελληνικής κοινωνίας.

• Να προβλέπει γενναία αύξηση των δημόσιων και ιδιωτικών κεφαλαίων για έρευνα και καινοτομία.

• Να προβλέπει τη στοχευμένη στήριξη των πολύ μικρών και μικρών επιχειρήσεων μέσα από τη δημιουργία χάρτας για αυτές τις επιχειρήσεις.

• Να ενθαρρύνει τη σύνδεση των ΑΕΙ με άλλους παραγωγικούς φορείς για κοινές τοπικές ή ευρύτερες δράσεις.

Αν φαίνεται ότι είναι εύκολο να περιγράψει κανείς τις αδρές γραμμές ενός πλαισίου για την ανάδειξη του καινούργιου, άλλο τόσο εύκολο είναι να περιγράψει κανείς το γιατί ως κοινωνία, σύμφωνα με όλους τους δείκτες, υστερούμε σε παραγωγή καινοτομίας. Η απάντηση είναι ο γενικευμένος κομφορμισμός* που έχει εμποτίσει το κοινωνικό μας σώμα. Ο κομφορμισμός μας είναι αυτός που επιβάλλει συμπεριφορές ομοιόμορφες και αφαιρεί από την κοινωνία μας την ικανότητα να καινοτομεί. Ο ίδιος κομφορμισμός καθιστά το κοινωνικό σώμα φοβικό απέναντι σε κάθε τι νέο και είναι ο ίδιος που μετατρέπει την κοινωνία συνολικά κλειστή στις προκλήσεις, προσκολλημένη στο τώρα, χωρίς διάθεση ρίσκου, με μηδενική ικανότητα ανάληψης οποιουδήποτε ρίσκου. Είναι ο κομφορμισμός μας που μας κάνει τόσο σκληρούς απέναντι στην αποτυχία και εν τέλει δεν επιτρέπει τη δοκιμή, αποτρέποντας το επιχειρείν. Μια κοινωνία που θα αφεθεί στην κυριαρχία του κομφορμισμού και δεν θα δημιουργήσει χώρο για τους πραγματικά καινοτόμους, είναι καταδικασμένη να βιώνει την αργή (ή γρήγορη) συρρίκνωσή της. Πολεμώντας τον κομφορμισμό δημιουργούμε τις προϋποθέσεις για την έξοδο από την κρίση. Απαντάμε έτσι ουσιαστικά στην πρόκληση της πολύπλευρης κρίσης που χτυπάει την πόρτα της χώρας μας. Είναι ώρα που όλοι πρέπει να αναλάβουμε τις ευθύνες μας. Και ας μου επιτραπεί να παραφράσω τον ποιητή Α. Κάλβο «Θέλει αρετήν και τόλμην το επιχειρείν».