19 Απρ 2010

"Στοιχεία Ανάγκης για την Ανάσταση της Κοινωνικής Δικαιοσύνης" - Δρ. Μάριος Παναγιωτης Ευθυμιόπουλος (Λευκωσία, Κύπρος)

Δρ. Μάριος Παναγιώτης Ευθυμιόπουλος

Γενικός Διευθυντής Strategy International

Επισκέπτης Λέκτορας τμήματος Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών Πανεπιστήμιο Κύπρου


Για να αναλύσω τα στοιχεία ανάγκης για την Ανάσταση της κοινωνικής δικαιοσύνης, που αποτελεί και πολιτική και πολιτισμική δικαιοσύνη, κατονομάζω την Ελληνική κοινωνία ως "μια παράδοξη σκακιέρα και ελληνική":

Σκακιέρα διότι δεν μπορούμε να ταξινομήσουμε αν τελικά η προοπτική της οικονομικής αλλά και μέσου αυτού κοινωνικό-πολιτικής Ελλάδας, μπορεί να έχει μέλλον και αν έχει ποιο είναι αυτό.

Παράδοξη, διότι μέσα από τις πιο ακραίες αντιξοότητες έχουμε αποδείξει ως Έλληνες ότι μπορούμε να ανταπεξέλθουμε και πρέπει και θα ανταπεξέλθουμε.

Ελληνική, διότι όλα τα γεγονότα, τα σταθμά και οι αντισταθμιστικοί παράγοντες μπορούν να γίνουν μόνο στην Ελλάδα. Μόνο στην Ελλάδα μπορούμε ως παράδειγμα να έχουμε οικονομική κρίση και ταυτόχρονα να αναζητούμε πού θα κάνουμε διακοπές το καλοκαίρι.

Θα πρέπει εξίσου να σημειώσουμε πως δεν είναι πλήρως εφικτή, η πραγματική κατανόηση της κατάστασης στην χώρα τουλάχιστον στο κοινωνικό-πολιτικό καθώς και ερευνητικό επίπεδο. Οι λόγοι έγκεινται στο ότι δεν είναι δυνατόν να μελετήσουμε συνολικά την κοινωνική και πολιτική συνάμα αντίδραση, δηλαδή στα περί τα μισά του πληθυσμού της χώρας! Επίσης, αυό οφείλεται στο ότι η ελληνική κοινωνία αλλάζει με γοργούς ρυθμούς σε όλους τους τομείς της και δημογραφικά. Έτσι υπολογίζω περίπου την αντίδραση σε σχέση με το τι εισπράττω συνολικά από την ελληνική κοινωνία εντός της χώρας και εκτός, ως πολιτικό επιστήμονας, ως ερευνητής σε αυτά τα θέματα.

Υπολογίζαμε έως σήμερα σε στατιστικές της οικονομικής κατάστασης της Ελλάδας (δηλαδή στην παραγωγική στατιστική μελέτη ανάπτυξης της χώρας βασισμένη στους οικονομικούς παράγοντες παραγωγής, εισαγωγής, εξαγωγής προϊόντων καθώς και εργατικού δυναμικού), καθώς και μελέτες βάσει, των οποίων δημιουργήσαμε την μοντέρνα κοινωνικό-πολιτική βάση, στην μεταπολιτευτική Ελλάδα στην Ελλάδα της Ενωμένης Ευρώπης. Οι οποίες όμως αποδείχτηκαν ανεπαρκείς για την Ελλάδα!

Η οικονομική κρίση σήμερα θεωρούμε ότι είναι ένα πολιτικό προϊόν, κερδοσκοπικού περιεχομένου, με έντονο το κίνητρο για την ολική ανάγκη για αλλαγή. Για το λόγο αυτό και η συνεχής πολιτική αντιπαράθεση, η αναζήτηση συνολικής κοινωνικό-πολιτικής και οικονομικής πολιτικής πλεύσης αλλαγής, μέσω των προσφάτων, ακόμα, εκλογών, καθώς και η έντονη κοινωνική ανισότητα και κοινωνική ανισορροπία σε όλους τους παραγωγικούς και εκπαιδευτικούς, πολιτικούς και πολιτισμικούς τομείς, η οποία σημειωτέο ακόμα διαμορφώνεται! Η οικονομική κρίση είναι το βασικό κίνητρο για ολική κοινωνική και πολιτική αλλαγή.

Φανταστείτε συνεπώς πόσο δύσκολο αφενός είναι το έργο ενός συγγραφέα, ώστε να γίνει με τον πιο απλό τρόπο κατανοητή η περιγραφή της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής, πραγματικότητας της Ελλάδας του 21ου αιώνα, καθώς επίσης και να γίνουν προτάσεις για πιο γρήγορη και ουσιώδη αλλαγή πλεύσης που να επιφέρει την ανάπτυξη και μια πραγματική ευημερία για τη χώρα.

Τα λόγια αυτά ίσως είναι αρχικά δυσνόητα και φαινομενικά σκληρά αλλά θεωρώ ότι είναι πραγματικά. Δεν είναι οπωσδήποτε καταστροφικά. Αποτελούν πολιτικά, αλλά όχι παραπολιτικά ή κομματικά ή ακόμη και αντιπολιτευτικά ή ξύλινα λόγια. Αποτελούν μια πολιτική πραγματικότητα, μια κοινωνική αλήθεια, μια πρώτη κοινωνική ματιά από τα μάτια ενός νέου επιστήμονα. Λόγια τα οποία θα πρέπει να ενισχυθούν με τις φωνές και άλλων ανθρώπων που πιστεύουν στην αρχική βάση κατανόησης και αναζητούν λύσεις για ένα μέλλον πραγματικό και ρεαλιστικό!

Πιστεύω την άποψη αυτή την συμμερίζονται και άλλοι νέοι, αλλά επίσης και πιο έμπειροι. Ίσως με διαφορετικά στοιχεία που άλλοτε να εμπλουτίζουν την εικόνα αυτή και άλλοτε να την διαφοροποιούν! Που ωστόσο κατανοούν πως η κεντρική ιδέα είναι εκεί.

Πρέπει λοιπόν να πούμε, όχι αυτό που νομίζουμε ότι κατανοούμε, που ίσως ορίζουμε ή μπορούμε να ορίσουμε, που να στοχοποιήσουμε ή να απορρίψουμε. Αλλά απλά να πούμε την αλήθεια. Να προτείνουμε λύσεις. Λύσεις που όσο ανατρεπτικές και να είναι να ανταποκριθούν στα κριτήρια ανάγκης ανάστασης της κοινωνικής δικαιοσύνης. Μέσα από αυτή να έρθει ποιοτικό και ποσοτικό μέλλον πολιτικό και προσωπικό.

Έχει έρθει η ώρα να αλλάξει η Ελλάδα. Ήρθε η ώρα να αποδεχτούμε την πραγματική κατάσταση στην Ελλάδα και από το σημείο αυτό και μετέπειτα να παραθέσουμε τα στοιχεία ανάγκης για κοινωνική, οικονομική και πολιτική ισότητα και ισονομία, καθώς και να κατανοήσουμε την κρίση αυτή ως ευκαιρία να μεγαλουργήσουμε και να γίνουμε επιτέλους καινοτόμοι, ως κοινωνία, ως κράτος, ως πολίτες σε όλους τους τομείς τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και το εξωτερικό. Πρέπει να επενδύσουμε και να διορθώσουμε.

Η χρονική περίοδος που το Ελληνικό Κράτος διανύει, την θεωρώ ιστορικά σημαντική. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται κυρίως με αρνητικά στοιχεία. Το υφιστάμενό μας σύστημα κοινωνικό-πολιτικό και οικονομικό, τέθηκε τελικά υπό αμφισβήτηση. Κάτι το οποίο το θεωρώ αναμενόμενο.

Το μόνο στοιχείο της Κοινοβουλευτική μας Δημοκρατίας που δεν τέθηκε σε αμφισβήτηση είναι το θεσμικό μας σύστημα λήψης αποφάσεων. Και αυτό όχι διότι είναι το καλύτερο που υπάρχει, αλλά διότι χρειάζεται ένας μηχανισμός λήψης αποφάσεων για να φέρει εις πέρας τις νέες εξελικτικές (αν μπορούμε να τις ονομάσουμε έτσι) προοπτικές ανάπτυξης της χώρας. Μια ανάπτυξη που ωστόσο θα περάσει μέσα από δυσμενείς για την χώρα και την κοινωνία περιπτώσεις. Πρώιμο αποτέλεσμα η δυσμενής οικονομική κατάσταση της Ελλάδας και η πιθανότητα χρήσης του μηχανισμού του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Μια χώρα που ταλανίζεται με αλλεπάλληλες οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές στις οποίες ωστόσο, το υπάρχον κοινωνικό-πολιτικό και οικονομικό υπόστρωμα, σύστημα Ελληνικό, αντέχει.

Εναπόκειται σε όλους εμάς να μπορέσουμε να ανταπεξέλθουμε στην κρατική αλλά και στην καθημερινή μας προσωπική ανάγκη για παραγωγή και ευημερία. Σε μακροχρόνια περίοδο, εξίσου εναπόκειται στην συνολική προσπάθεια όλων μας, η ανάγκη για προστασία και ανέλιξη της χώρας μας στα επιθυμητά επίπεδα, που θα αποδώσουν μετέπειτα στον καθένα από εμάς, θετικά.

Θα πρέπει να σταματήσουμε να επιρρίπτουμε ευθύνες εφεξής. Είναι στη φύση του Έλληνα να επιρρίπτει ευθύνες όπως επίσης και να ανακαλύπτει ποιος είναι ο φταίχτης της κάθε υπόθεσης. Ωστόσο η ιδεολογία αυτή πρέπει να αλλάξει. Θα πρέπει να ενισχυθεί να αναδιαμορφωθεί. Να διορθωθεί σε κάποια σημεία της. Θα πρέπει οι φταίχτες να αναπληρώσουν με τρόπο πολλαπλά θετικό για το κράτος και για το πολίτη πρακτικά: Να αποζημιώσουν πρακτικά με τρόπο επενδυτικό προς το κράτος και τον πολίτη αντί μόνο να τιμωρούνται.

Θα πρέπει να ανασυγκροτήσουμε και να πρωτοστατήσουμε. Να πρωτοτυπήσουμε στην δημιουργία στοιχείων κοινωνικής και πολιτικής δικαιοσύνης. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να έχουν θετικό αντίκτυπο στο λαό και την λαϊκή βούληση για αλλαγή. Ο πολίτης θα πρέπει να δημιουργήσει στοιχεία ορόσημα για πολιτική πνοή. Τα στοιχεία αυτά θα πρέπει να εντοπιστούν σε μηχανισμούς (υλικούς στόχους) και δυναμικό (ανθρώπινο). Ο πολίτης από την άλλη πρέπει να επιμορφωθεί να αναζητήσει λύσεις για την καλύτερη ποιοτικότερη ουσιαστικότερη, τεχνολογική και οικολογική επιθυμητή λύση. Πρέπει να κοιτάξει μπροστά πολλά χρόνια. Πρέπει να αναρωτηθούμε όλοι τι ρόλο θέλουμε να παίζουμε εμείς στην παγκόσμια σκακιέρα ως λαός, ως κράτος. Εξίσου τί ρόλο θα παίξουν τα παιδιά μας, η μετά από εμάς μοντέρνα Ελληνική κοινωνία σε παγκόσμια κλίμακα και όχι μόνο Ευρωπαϊκή.

Προσωπικά θα ήθελα να δω την Ελλάδα να βρίσκεται στο προσκήνιο των αποφάσεων. Με απόφαση ωστόσο όλων των πολιτών για κοινή προσπάθεια. Πρέπει συνεπώς να θέσουμε στόχους βραχυπρόθεσμούς και μακροπρόθεσμους. Πρέπει να ανακαλύψουμε ότι ακόμα και αυτά που θεωρούμε ότι δεν γίνονται στην Ελλάδα μπορούν να γίνουν και πρέπει να γίνουν στην Ελλάδα. Πρέπει να πρωτοτυπήσουμε και να πρωτοστατήσουμε.

Θεωρώ πως πρέπει να καθορίσουμε στοιχεία υψηλής πολιτικής τόσο εντός όσο και εκτός Ελλάδος. Η έως τώρα χαμηλή πολιτική δεν αρμόζει στον Έλληνα πολίτη που εξερευνά τον κόσμο, που μελετά, επενδύει, αναζητά κοινωνικές και πολιτικές πρωτότυπες τεχνολογικές, υλικοτεχνικές και οικολογικές λύσεις.

Πρέπει να εκμεταλλευτούμε όλους τους πόρους σε σεβαστή κλίμακα, που μας παρέχει η Ελληνική γη, καθώς και το ανθρώπινο μας δυναμικό σε όλους τους τομείς. Πάντα βασισμένοι στα νέα στοιχεία για κοινωνική και πολιτική δικαιοσύνη. Πρέπει ταυτοχρόνως, να είμαστε «συντονισμένοι στην κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα και ανάγκες τοπικές και εθνικές». Πρέπει να δημιουργηθεί δίκτυο κοινωνικών και πολιτικών εταίρων που να οργώσουν και να οργανώσουν μεγάλες πρωτότυπες πρωτοβουλίες ανακατασκευής και ανασυγκρότησης της χώρας σε όλους τους τομείς. Όλοι πρέπει να είναι χρήσιμοι ο καθένας από την δική του μεριά και από την δική του οπτική.

Τα στοιχεία κοινωνικής δικαιοσύνης μπορούν να αποδοθούν μόνο όταν υπάρχει το ανάλογο πλαίσιο υποδομών. Της βάσης για ανάπτυξη.

Θεσμικά πρέπει το κράτος να απελευθερώσει την αγορά με τέτοιο τρόπο ωστόσο που να εξυπηρετεί τον πολίτη στο επίπεδο της εκπαίδευσης,της υγειονομικής περίθαλψης και της δικαιοσύνης.

Πρέπει πρακτικά να δώσει την ευκαιρία στον καθένα μας να αναλάβει πρωτοβουλίες δημιουργίας νέων ιδεών, εταιριών ακόμα και πρακτικών αναλόγων που να αναβαθμίσουν την ποιότητα ζωής μας. Η γραφειοκρατία δεν θα πρέπει να τίθεται ως εμπόδιο υλοποίησης. Η φορολογία θα πρέπει να ανταπεξέλθει στην πραγματικότητα, η οποία είναι η ανάγκη για νέες θέσεις εργασίας που θα επιφέρουν την αναγκαία κρατική φορολογία. Μια φορολογία που να είναι απλή κατανοητή και συνάμα όχι δυσβάσταχτη. Να είναι έντονη μόνο όταν υπάρξει αρκετό κεφάλαιο το οποίο να έχει δημιουργηθεί ώστε να στηρίξει τον κρατικό προϋπολογισμό και να γίνεται κατανοητό από τους πολίτες του κράτους. Πολίτες ωστόσο οι οποίοι να μπορούν να απολαύσουν τις πολιτισμικές και πολιτιστικές πραγματικότητες της Ελληνικής κοινωνίας.

Το δημόσιο τομέα θα πρέπει να τον ενισχύσουμε. Πρέπει να τον κατανοήσουμε ως κρατική περιουσία που να προσφέρει πραγματικά και ρεαλιστικά υψηλής ποιότηας παροχές, τουλάχιστον ιδίας μορφής με τον ιδιωτικό. Ο ιδιωτικός τομέας θα πρέπει να είναι το μοντέλο ανταγωνισμού αλλά και σε άλλες περιπτώσεις, συναγωνισμού. Μια ανοιχτή αγορά θα πρέπει να έχει μοντέλα εξυπηρέτησης και υλοποίησης.

Η κοινωνική δικαιοσύνη θα πρέπει να λάβει υπόψη της ότι απαιτείται από το δημόσιο τομέα να έχει έσοδα και ταυτόχρονα να επενδύει: σε ανθρώπινο δυναμικό και υλικό δυναμικό. Να πρωτοστατήσει. Πρέπει συνεπώς, να δημιουργήσει και νέα γραφεία παροχής εξυπηρέτησης, έρευνας, μελέτης και υλοποίησης νέων κοινωνικών, πολιτισμικών, πολιτικών και επιστημονικών ιδεών.

Πρέπει να κερδίσουμε την χαμένη μας παροχή φιλοξενίας και φιλοτιμίας μας σε όλους τους τομείς. Πρέπει να αναδείξουμε συλλογικά την παροχή υψηλών προδιαγραφών, παροχής τουριστικής και πολιτισμικής και αθλητικής κοινωνικής δικαιοσύνης. Άρα πρέπει συνεχώς να επενδύουμε και να αναζητούμε τον κατάλληλο τρόπο λειτουργίας που να είναι μόνο πρωτότυπος.

Στον τομέα της εκπαίδευσης θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι κάποια πράγματα πρέπει να αλλάξουν. Το μελλοντικό εργατικό και παραγωγικό δυναμικό μας έχει το δικαίωμα να υλοποιήσει τα όνειρά του. Πρέπει ωστόσο να ενημερωθεί πως όλα τα επίπεδα εργασίας είναι χρήσιμα. Όλοι οι τομείς έχουν πλαίσια κοινωνικής έρευνας και μελέτης. Στους τομείς των βαρέων και ανθυγιεινών θα πρέπει να εισχωρήσει η τεχνολογία ώστε να μετεξελιχθούν σε τομείς καινοτομίας και έρευνας με λιγότερο προσωπικό το οποίο όμως να είναι επιστημονικά καταρτισμένο για να υλοποιεί καινούργιες μεθόδους. Ο πολίτης πρέπει να προστατεύεται και αυτοί που βρίσκονται στον τομέα αυτό θα πρέπει να μορφωθούν και να επιμορφωθούν εκ’ νέου ώστε να απορροφηθούν από αλλού. Ταυτόχρονα θα πρέπει να λάβουν μέτρα κοινωνικής προστασίας τους ώστε να γίνουν ανταγωνιστικοί σε όποια ηλικία και να βρίσκονται.

Στον τομέα της οικολογίας και της τεχνολογίας θα πρέπει να πάρουμε βασικές πρωτοβουλίες που πολλοί δεν θέλουμε να ακούσουμε. Πρέπει κυριολεκτικά να ξαναχτίσουμε την χώρα. Οικολογικά. Να την καθαρίσουμε. Ο φυσικός πλούτος της Ελλάδας είναι μεγάλος και πρέπει να είναι το δυνατότερο σεβαστός.

Να την εντάξουμε στις πλέον τεχνολογικά άρτια εξοπλισμένες χώρες. Δεν μπορεί στις σκανδιναβικές χώρες να έχουν βάλει ως παράδειγμα οπτικές ίνες στα σπίτια τους με ταχύτητες που δεν τις σκεφτόμαστε ακόμα στην Ελλάδα. Όπου ακόμα στη χώρα να συζητάμε το ποσό της επένδυσης σε ένα τέτοιο τομέα ως πολιτική κόμματος. Δεν μπορούμε να συμβάλλουμε στη συζήτηση για την ενέργεια χωρίς να διαμορφώσουμε στρατηγικά δόγματα δημιουργίας νέων παροχών ενέργειας. Δεν μπορεί να επενδύονται μαζικά κονδύλια στην πολιτική του διαστήματος από άλλες χώρες, διότι το μέλλον των πόρων ίσως να βρίσκεται εκεί και στην Ελλάδα η όποια συζήτηση να θεωρείται εκτός πραγματικότητας ή να γινόμαστε αποδέκτες απόψεων ότι αποφασιστεί μέσω διεθνών οργανισμών.

Η εξωτερική μας πολιτική θα πρέπει να στηριχθεί σε όλα τα παραπάνω αναφερθέντα γεγονότα αλλά θα πρέπει να οριστικοποιήσει την εθνική της στρατηγική η οποία πρέπει να είναι ρεαλιστική, πραγματιστική καθόλου ουτοπική, μεγαλοπρεπής, συνεχιζόμενη και ανανεώσιμη προς το καλύτερο. Πρέπει να ανακηρυχθεί η Ελληνική εξωτερική πολιτική ως Πρεσβευτική της μεγάλης πολιτικής ιδέας δημιουργίας φάρου Ελληνικού πολιτικού πολιτισμού, οικονομικού παραδείσου, ανέλιξης της κοινωνικής ιδέας, της τεχνολογικής και οικολογικής καινοτομίας, της πρωτοτυπίας, της προστασίας και πρόνοιας του πολίτη, όπου ο τελευταίος αποτελεί μονάδα ίση ισόνομη και κυριοτέρως μοναδική, άρα και πλήρως προστατευόμενη από το κράτος. Ο πολίτης να αντιλαμβάνεται ως μόνιμη μονάδα επένδυσης. Στο πλαίσια προστασίας και ανέλιξης του πολίτη να γίνονται όλες οι πρωτοτυπίες για ευημερία, μακροζωία και κοινωνική πνοή.

Η αμυντική μας πολιτική και βιομηχανία πρέπει να επαναπροσδιορίσει το στρατηγικό της κλάδο. Πρέπει να προσδιορίσει τις μελλοντικές βλέψεις μόνο και εφόσον προσδιορίσει τον στρατηγικό της ρόλο εντός της χώρας. Η πολιτική της Ελλάδος ακόμα και στο τομέα αυτό πρέπει να είναι εξωγενής και πρέπει να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες. Όποιες και να είναι αυτές πρέπει να είναι αρκετά ώριμες και να διαφημίζονται αναλόγως.

Τελικά περί τα θέματα του δημογραφικού και του μεταναστευτικού θα πρέπει να ειπωθούν τα εξής. Η Ελλάδα όπως και η Ευρώπη αποτελούν γηραιές χώρες. Που σημαίνει ο πληθυσμός μας δεν αυξάνεται αλλά συρρικνώνεται. Οι λόγοι είναι βεβαίως πολλοί. Αλλά ωστόσο με τα παραπάνω αναφερθέντα και αν όλα αυτά γίνουν πραγματικότητα και με μια παραπάνω και ουσιαστική πρωτοτυπία πλήρους φορο-ελάφρυνσης της οικογένειας, απόκτησης δικαιωμάτων εκτός των υφισταμένων, μπορούμε 1. Να ενισχύσουμε την Ελληνική πολυμελή οικογένεια 2. Να αυξήσουμε το εργαζόμενο δυναμικό 3. Να ενισχύσουμε τον ρόλο μας στην Εξωτερική και Αμυντική Πολιτική, 4. Να αναζητήσουμε περισσότερες μεθόδους και λύσεις προαγωγής και προάσπισης των ιδεών των νέων.

Αναφορικά τέλος με το μεταναστευτικό, το μόνο που θα μπορούσαμε να πούμε είναι ότι φυσικά το αποτέλεσμα της μετανάστευσης προς την Ελλάδα αποτελεί το δικαίωμα των μεταναστών να έρθουν στην Ελλάδα να δουλέψουν. Πρέπει συνεπώς αυτό να γίνει αποδεκτό από εμάς ως πολίτες της χώρας που δημιούργησε την Δημοκρατία. Πρέπει όμως να γίνει σαφές εξίσου, ότι η χώρα αυτή έχει νόμους που πρέπει όλοι να τηρούν. Πρέπει όλοι να καταγράφονται ως πολίτες της χώρας εφόσον προσφέρουν. Ωστόσο να τηρούν τους νόμους και τα έθιμα της χώρας, να τιμούν τον πολιτισμό και την κοινωνική προσφορά καθώς και αλληλεγγύη που τους προσφέρεται. Το κράτος οφείλει να προσφέρει στους μετανάστες το δικαίωμα στην ζωή, τη μόρφωση και την εργασία καθώς και την ένταξη τους στην ελληνική κοινωνία. Δεν αποτελεί λύση η προσωρινή περίθαλψη.
Μετά την περίθαλψη πρέπει να μάθουν την γλώσσα, τα ήθη, τα έθιμα να πολιτογραφηθούν άμεσα και να προσδιοριστούν τρόποι απορρόφησής τους στα παραγωγικά στρώματα της κοινωνίας. Θα πρέπει να φορολογηθούν κοινωνικά ορθά εφόσον πρώτα ορθοποδήσουν. Δίνοντας τους έτσι χώρο και χρόνο περί τα τρία χρόνια μετά την ένταξή τους στην Ελληνική παραγωγική κοινωνία. Εξίσου ο Έλληνας πολίτης θα πρέπει να βοηθήσει να προσλάβει και ξένους όταν ο ίδιος θα αποδίδει σε φιλότιμη προσπάθεια εφόσον το κράτος τον απαλλάξει από φόρους και υγειονομικής περίθαλψης για τρία χρόνια μέχρι την ένταξή του. Μετέπειτα ο πλέον εργαζόμενος θα πρέπει να πληρώνει φόρους και την ιδία του υγειονομική του περίθαλψη. Έτσι ο εργοδότης δεν θα ζημιώνεται και ο εργαζόμενος θα αποτελεί επένδυση σταθερής αξίας για μια παραγωγική μονάδα στην Ελλάδα.

Συνοψίζοντας, το άρθρο αυτό δεν είναι παρά μια προσπάθεια επαναπροσέγγισης και προσδιορισμού μερικών και μόνο στοιχείων περί της ανάγκης για κοινωνική και πολιτική δικαιοσύνη. Μια δικαιοσύνη που δεν έχει μόνο θεσμικό ρόλο αλλά έχει και πολιτικό. Ένα ρόλο που οφείλουμε όλοι να αναλάβουμε. Όπως και προανέφερα στο άρθρο πρέπει η οικονομική κρίση που αποτελεί κρίση σε όλα τα επίπεδα εκτός των θεσμών της Δημοκρατίας να αποτελέσει ευκαιρία για συνοπτικές και νέες διαδικασίες για επένδυση σε όλους τους τομείς. Η Ελλάδα θα πρέπει να βγει κερδισμένη. Ο τρόπος για να επιτευχθεί αυτό είναι να κατανοήσουμε ότι σε όλους τους τομείς πρέπει να γίνει η υπέρβαση.

Η Ελληνική κοινωνία οφείλει να εκμοντερνιστεί πραγματικά και να οριοθετήσει τους νέους ρόλους της. Για να είμαστε δυνατοί ως Έλληνες πολίτες πρέπει να βοηθήσουμε το κράτος μας να ορθοποδήσει και να αναπτυχθεί μέσω πρωτότυπων διαδικασιών και ιδεών. Θα πρέπει να κοιτάξουμε μπροστά. Να γίνουμε διαμορφωτές της Ευρωπαϊκής Πολιτικής και να προσδιορίσουμε καινούργιο ρόλο πρωτοβουλιών πλέον και σε παγκόσμια κλίμακα. Η χαμηλή πολιτική που είχε η Ελλάδα μέχρι την παρούσα χρονική περίοδο ήταν αρκετά καλή ώστε να προσδιοριστεί το μέλλον της Ελλάδας στην Ευρώπη. Τώρα ήρθε ο καιρός η Ελλάδα να ανταπεξέλθει στις ανάγκες και προκλήσεις της παγκόσμιας πολιτικής ατζέντας. Η Ελλάδα ως κράτος το οφείλει στους πολίτες της.

Αυτοκριτική για να γίνει πρέπει να υπάρχει συγκριτική πολιτική τότε και τώρα, ως θεωρία. Από την μεταπολιτευτική Ελλάδα μέχρι τώρα διαμορφώνουμε ένα «μονοπάτι» χαμηλής πολιτικής. «Πρέπει τώρα το μονοπάτι να γίνει δρόμος». Ο δρόμος πρωτοβουλιών, δρόμος δικαιοσύνης, δρόμος πρόνοιας, δρόμος πορείας προς το μέλλον. Το ουσιαστικό, το ρεαλιστικό, το πραγματιστικό. Αυτή θα πρέπει να είναι η Ελλάδα της κοινωνικής δικαιοσύνης. Αυτή είναι η Ανάσταση της δικαιοσύνης του κράτους, της πολιτικής, των κομμάτων, του πολίτη.

12 Απρ 2010

Ο «καλύτερος» δεν επαρκεί (Tου Χρηστου Γιανναρα, Καθημερινή - 11 Απριλίου 2010)

Μετά τον «μετασχηματισμό» κοινωνίας και κράτους από τον Ανδρέα Παπανδρέου, ακόμη και ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης φάνταζε στους συνετούς (τους περιφερόμενους) ψηφοφόρους «καλύτερος». Σε πολύ σύντομο διάστημα αποδείχθηκε ανίκανος για τις ριζικές τομές που απαιτούσε η ανάκαμψη από την κρατική και κοινωνική αποδιάρθρωση.

Επανήλθε στην εξουσία, σκιά πλέον, ο Ηρόστρατος. Ο Κωνσταντίνος Σημίτης που τον διαδέχθηκε, έπεισε, στην πρώτη τετραετία, ότι ήταν «καλύτερος». Αλλά μόνο για «βελτιώσεις» τής προς τα έξω εικόνας του τόπου. Αγνόησε και αυτός την αποδιοργάνωση της λειτουργίας του κράτους και τον θεσμοποιημένο από τον Παπανδρέου αμοραλισμό – δεν τόλμησε τομές. Η ατολμία του τιμωρήθηκε εντυπωσιακά: η ασύδοτη φαυλότητα κατέκλυσε, στη δεύτερη τετραετία του, ακόμα και τα υπόγεια του Μαξίμου.

Για τη δική του διαδοχή δεν λειτούργησε η λογική του «καλύτερου»: τον ανερμήνευτα ευνοημένον με το δαχτυλίδι της πρόκρισης ο λαός τον αποκαλούσε, καθόλου τυχαία, «Γιωργάκη». Δεν φάνταζε ποτέ ικανότερος ούτε από τον άτολμο Σημίτη ούτε από τον σαρωτικής ευφυΐας Βενιζέλο ούτε από τον στέρεα οργανωτικό Σκανδαλίδη. Η μεταστροφή των ηγετικών προτιμήσεων κοινής γνώμης και κομματικών στελεχών (η μέσα σε σαράντα οχτώ ώρες ανακάλυψη ότι ο Βενιζέλος «βιάζεται» και αυθαδέστατα ορέγεται την εξουσία) παραμένει αίνιγμα. Αν δεν είναι πρωτοφανής στα χρονικά έκπληξη, είναι από τα πιο δυσδιάγνωστα επιτεύγματα άγνωστων παραγόντων.

Με τη λογική του «καλύτερου» διαδέχθηκε στην αξιωματική αντιπολίτευση τον Μητσοτάκη ο Μιλτιάδης Εβερτ. Ηταν πραγματικά ο μόνος που μιλούσε για ανάγκη εκθεμελιωτικών αλλαγών του παπανδρεϊκού μοντέλου, για «ειρηνική επανάσταση» – ο μόνος κομματικός αρχηγός που διέγνωσε ευθαρσώς ότι και το κόμμα του είναι «σάπιο». Ομως, δεν τόλμησε ούτε επαναστατικές τομές να επαγγελθεί προγραμματικά ούτε να αποκόψει κομματικά στελέχη σαπρά. Βούλιαξε κατησχυμένος στην ατολμία του και παρέδωσε την αρχηγία στον Καραμανλή τον νεώτερο.

Ο νεώτερος Καραμανλής ικανοποιούσε προφανέστατα τη λογική του «καλύτερου», σε σύγκριση και με τον προκάτοχό του Εβερτ και με τον αντίπαλό του «Γιωργάκη». Κρίθηκε από τον λαό «καλύτερος» και από τον Κ. Σημίτη. Ηταν ευφραδής, αν και το ανέκφραστο του προσώπου του πρόδιδε περισσότερο επαγγελματία «παίκτη», παρά κοινωνικό οραματιστή. Πάντως, η εντύπωση του «καλύτερου» άντεξε πέντε ολόκληρα χρόνια, ενάντια σε κάθε λογική, ώσπου η χώρα κυριολεκτικά κατέρρευσε και ο ίδιος ετράπη σε επονείδιστη φυγή.

Με τον Κ. Καραμανλή τον καθ’ όλα «βραχύ» αποδείχτηκε, με συνέπειες ανήκεστης για τη χώρα καταστροφής, ότι η λογική του «καλύτερου» απλώς ηγέτη (λογική των «βελτιώσεων» και εξωραϊστικών ψιμυθιώσεων του «κοινωνικού μετασχηματισμού» και του εκφαυλισμού του κράτους από τον παπανδρεϊσμό) δεν άφηνε ελπίδα ανάκαμψης. Αν δεν ξεθεμελιωθούν, μεθοδικά και με συνέπεια, τα θεσμοποιημένα εγκλήματα του παπανδρεϊκού αμοραλισμού, ο τόπος θα βυθίζεται, με εφιαλτική πια επιτάχυνση, στην οικονομική χρεοκοπία και στο κοινωνικό χάος.

Χρόνια τώρα οι κυριακάτικες εδώ επιφυλλίδες κατηγορούνται για αρνητισμό, απαισιοδοξία, κριτικές υπερβολές. Επειδή πάντοτε μετρούσαν την πολιτική ατολμία των ηγητόρων με μέτρο τις ριζοσπαστικές αλλαγές που απαιτούσε η αναχαίτιση των συνεπειών της παπανδρεϊκής λοιμικής. Τελικά τα γεγονότα δικαίωσαν, με τρόπο εφιαλτικό, την κριτική οξύτητα της γραφής. Θα ήταν ασύγκριτα προτιμότερη η μη δικαίωση – η διαδρομή μέσα στον χρόνο τής εδώ επιφυλλιδογραφίας αποκτά «νόημα» μόνο αν σώζει κάτι από το πείσμα παλαιών (πάντοτε περιθωριακών) χρονογράφων, που ξεκαθάριζαν κυρίως κριτήρια οξυδέρκειας και λιγότερο αποτιμήσεις γεγονότων και προσώπων.

Μητσοτάκης, Σημίτης, Εβερτ, Καραμανλής ο βραχύς κρίθηκαν («εν τοις πράγμασιν») από την ατολμία τους, όχι από τις προθέσεις τους ή τις «βελτιωτικές» καταστάσεων πρωτοβουλίες τους – οι επιφυλλίδες απλώς κατέγραφαν τα κριτήρια εντοπισμού της αυτοκτονικής αυτής ατολμίας. Παντοδύναμοι μέσα στο σύστημα της πρωθυπουργοκεντρικής απολυταρχίας που δημιούργησε η ηδονοθηρία του Ανδρέα Παπανδρέου δεν τόλμησαν τα αυτονόητα του κοινού συμφέροντος: Να ξαναστήσουν κράτος, να αποκαταστήσουν λειτουργία θεσμών δημοκρατίας. Τους ενδιέφερε η επανεκλογή τους, τίποτε άλλο, ούτε καν η υστεροφημία τους. Και πίστεψαν ότι ο λαϊκισμός, συνταγή επιτυχίας του Ανδρέα, ήταν πανάκεια.

Δεν τόλμησαν να αρθρώσουν συντεταγμένη και παραγωγική έργου κρατική λειτουργία, αυστηρή, ακομμάτιστη ιεραρχία διαβάθμισης ευθυνών. Να θεμελιώσουν θεσμούς αξιοκρατίας, κριτικό και πειθαρχικό έλεγχο της δημοσιοϋπαλληλίας, καταξίωση της ποιότητας και της δημιουργικότητας, απολύσεις των κηφήνων, των ανίκανων, των χρηματιζόμενων εκβιαστών.

Δεν τόλμησαν να πειθαρχήσουν τον Συνδικαλισμό στις επιταγές του Συντάγματος, στα στοιχειώδη του «κοινωνικού συμβολαίου», των όρων της δημοκρατίας. Ανέχθηκαν τις γκανγκστερικές εκβιαστικές πρακτικές του, τον κατέστησαν ύψιστη εξουσία με αυθαίρετη αντικοινωνική συμπεριφορά στρατού κατοχής.

Δεν τόλμησαν να αντιμετωπίσουν το ειδεχθέστερο έγκλημα του παπανδρεϊσμού: την καταστροφή (ο όρος κυριολεκτεί) του σχολειού και του πανεπιστημίου. Συμβιβάστηκαν με τον ωμό φασισμό του «ασύλου» και την ασέλγεια του «μαθητικού κινήματος», την ψυχανωμαλία των βανδαλισμών και των «καταλήψεων». Παγίωσαν τον πιο ζοφερό σκοταδισμό αγραμματοσύνης, αγλωσσίας και ακρισίας, θεσμοποίησαν την παραπαιδεία.

Αναξιοκρατία στη διοίκηση, ασύδοτη αυθαιρεσία των συνδικαλιστών, ακρισία και αμορφωσιά στην παιδεία ήταν οι σίγουρες προδιαγραφές για την οικονομική χρεοκοπία της χώρας, τον βυθισμό σε ανίατη ύφεση, σε δραματική μείωση της παραγωγικότητας. Υπονόμευσαν την κοινωνική συνοχή, ακύρωσαν κάθε ποιότητα ζωής, εξουδετέρωσαν την άμυνα της χώρας και την άσκηση αποτελεσματικής διπλωματίας.

Εχουμε φτάσει, κυριολεκτικά, στα έσχατα της παρακμής μας. Και το ηγετικό δυναμικό που διαθέτουμε για να μας οδηγήσει στην ανάκαμψη, μοιάζει απελπιστικά ολίγιστο. Καραμανλής ο βραχύς κατόρθωσε να αποδείξει «καλύτερόν» του τον Γιωργάκη που τον ειρωνευόταν στη Βουλή για την ολιγότητά του. Και ο Αντώνης Σαμαράς δείχνει να πιστεύει ότι είναι απλώς «καλύτερος» και από τους δυο.

Αλλά η λογική του «καλύτερου» ξέρουμε πια ότι έχει αποδειχθεί ανεπαρκέστατη, αναπαράγει την ατολμία. Η κραυγαλέα ανάγκη μας είναι για τον τολμηρό, όχι για τον απλώς «καλύτερον».

16 Μαρ 2010

Πρόσθετα στοιχεία επί του άρθρου "Οι της ελληνικής παιδείας μετέχοντες" - Nίκος Γεωργαντζάς, Νέα Υόρκη

In support of some of the arguments of Iordanes Karagiannides:

Μουσουλμάνοι στην Ευρώπη: "Η δημογραφική ωρολογιακή βόμβα αλλοίωσης των
λαών της Ευρώπης":
http://www.hellasontheweb.org/2009-05-25-15-24-30/2009-05-25-15-52-19/478-20
10-03-12-21-15-23

Way to Stop Islam:
http://www.islam-watch.org/index.php?option=com_content&view=article&id=347:
way-to-stop-islam&catid=53:ayesha&Itemid=58


Most cordially,
Nikos
Nicholas C. GEORGANTZAS
Professor, Management Systems
Director, System Dynamics Consultancy
FORDHAM UNIVERSITY BUSINESS SCHOOLS
113 West 60th Street, Suite 617-D
New York, NY 10023-7484
U.S.A.
1-917-667-4022 | Fax: 1-212-765-5573 | E-mail: georgantzas@fordham.edu

14 Μαρ 2010

Οι της Ελληνικής παιδείας μετέχοντες (ή περί μετανάστευσης, Μέρος 2ο - Ιορδάνης Καραγιαννίδης- Λός Άντζελες)

Kατά πόσο προτίθενται οι μετανάστες να ενσωματωθούν (και εδώ τίθεται θέμα ρεαλιστικής πολιτιστικής ενσωμάτωσης) στην Ελληνική κοινωνία;

Θα πρέπει να αναρωτηθούμε ποιές είναι οι πραγματικές δυνατότητες ενσωμάτωσης των ανθρώπων αυτών στην ελληνική κοινωνία. Άποψη μου, όπως ανέφερα και στο προηγούμενο μέρος, είναι πως μία σημαντική παράμετρος είναι καθαρά αριθμητική και αφορά στο μέγεθος του υπό ενσωμάτωση πληθυσμού. Φανερό είναι, τουλάχιστον σε εμένα, ότι μεγάλες (ποσοστιαία) μεταναστευτικές μάζες είναι δύσκολο εώς αδύνατο να ενσωματωθούν ικανοποιητικά. Λογικό είναι, και ιδιαίτερα όταν οι μάζες αυτές αποτελούνται σε μεγάλο βαθμό και απο σχετικά ομοιογενείς υποπληθυσμούς, να υπάρξει εκτεταμένη συσπείρωση των ανθρώπων αυτών γύρω από εθνοτικές ή, δευτερευόντως, πολιτισμικές (κυρίως με την θρησκευτική έννοια) κοινότητες, οι οποίες απο άποψη κοινωνικής συναναστροφής είναι μαθηματικώς βέβαιο ότι θα κινούνται στην περιφέρια του ελληνικού κοινωνικού γίγνεσθαι. Εδώ, πρόθεσή μου δεν είναι να εξωραΐσω την συμβολή της ελληνικής κοινότητας (η οποία είναι σαφής και αναμφισβήτητη, απλά οι δικαιολογημένοι αλλά και αδικαιολόγητοι φόβοι της οποίας δεν είναι αντικείμενο αυτής της αναλύσεως) σε αυτό το «γκετοποιητικό» φαινόμενο αλλά να «διαμαρτυρηθώ» για την εξωφρενικά ψυχανώμαλη τάση κάποιων φορέων να κηρύτουν με ταλιμπανικό δογματισμό (που θα ζήλευε και o μουλάς Ομάρ) το εντελώς αντίθετο. Δηλαδή, περνώντας με συνοπτικές διαδικασίες από την «κολυμβήθρα του Σιλωάμ» οποιασδήποτε εθνικότητας άνθρωπο διάβηκε τα Ελληνικά σύνορα παρανόμως, διά ξηράς ή θαλάσσης, και αγκυλωμένοι σε παρωχημένα ιδεολογήματα, αυτές οι καλά οργανωμένες και με άπλετη πρόσβαση στη δημοσιότητα ομάδες, να δαιμονοποιούν ξεδιάντροπα τον «ξενόφοβο» και «ρατσιστή» Έλληνα για όλα τα δεινά των πάσης φύσεως εντός συνόρων αλλοδαπών. Αποκορύφωμα δέ του παροξυσμού η «αγιοποίηση» ενόπλων κακοποιών που «πολεμούσαν» το σύστημα με «λεβεντιά», οδηγώντας λεωφορεία γεμάτα ομήρους σε γειτονική χώρα. Προσβολή δέ της λογικής του κάθε νοήμονος ανθρώπου θα έπρεπε να αποτελεί και η χρησιμοποίηση κάποιων πραγματικά συγκινητικών παραδειγμάτων μεταναστών που προοδεύουν στη χώρα μας (και που κάνουν και τον κάθε υγιώς σκεπτόμενο Έλληνα να νοιώθει περήφανος για την πατρίδα του) ώς μέσον εξαγνισμού όλων των υπολοίπων, θυμίζοντας έτσι κάποιους γραφικούς οι οποίοι θεωρούσαν αποστομωτικό επιχείρημα εναντίον των ατράνταχτων επιστημονικών στοιχείων πώς το κάπνισμα βλάπτει σοβαρά την υγεία, το ότι ο παππούς τους ο καπνιστής πέθανε στα 105 του χρόνια (φτού να μην τον ματιάξουμε τον άνθρωπο).

Λαμβάνοντας υπ’ όψην νηφάλιες αναλύσεις που πηγάζουν απο την πολυετή τριβή -κυρίως των βόρειο- Ευρωπαϊκών κρατών με το πρόβλημα της ενσωμάτωσης των μεταναστών, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ως μείζον εμπόδιο πρός αυτόν τον στόχο την εμφανή έλλειψη διάθεσης εκ’ μέρους των τελευταίων να προσαρμοστούν στους θεσμούς και τις πολιτιστικές ευαισθησίες (κυρίως) των κοινωνιών που τους φιλοξενούν. Θα μπορούσαμε ίσως με ασφάλεια να υποστηρίξουμε ότι και η θεσμικά κατωχυρωμένη αλλά και πολιτιστικά καθιερωμένη ανεκτικότητα χωρών όπως π.χ. η Όλλανδία ή η Γερμανία, ωθεί τούς μεταναστευτικούς πληθυσμούς σε θρασύτατες διεκδικήσεις αποδοχής από τις κοινωνίες υποδοχής τους (γιατί ουσιαστικά και σε μεγάλο βαθμό αυτό είναι) θεσμών που όχι μόνο δεν συνάδουν αλλά είναι και αντίθετες με κοινωνικά κεκτημένα των Ευρωπαϊκών λαών. Δεν θα ήταν υπερβολικό εάν υποστηρίζαμε ότι τουλάχιστον όπου οι μεταναστευτικοί πληθυσμοί είναι μεγάλοι, σε ικανοποιητικό ποσοστό οι μετανάστες όχι μόνο αποφεύγουν την ενσωμάτωση αλλά αντιθέτως επιχειρούν (ή και σε ακραίες περιπτώσεις θράσους, απαιτούν) την προσαρμογή των θεσμών των ημεδαπών στις δικές τους πολιτισμικές ευαισθησίες ή στο -κατά Καστοριάδη- δικό τους κοινωνικό φαντασιακό. Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από το άρθρο του John Vinocur στους Times της Νέας Υόρκης (στα Ελληνικά μπορείτε να το βρείτε στο σάϊτ του ppol στην διεύθηνση www.ppol.gr/cm/index.php?cata_id=5&catb_id=9&Datain=4828&LID=1) όπου αναφέρεται ότι: «το εργατικό κόμμα (PvdA), που έχει αναλάβει το χαρτοφυλάκιο για την κοινωνική ένταξη των μεταναστών στην κυβέρνηση συνασπισμού της οποίας ηγούνται οι χριστιανοδημοκράτες, εξέδωσε ένα κείμενο θέσεων στο οποίο καλεί να τερματιστεί το ολλανδικό μοντέλο «ανεκτικότητας». Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι το συγκεκριμένο κόμμα αποτελεί τη μεγαλύτερης λαϊκής απήχησης αριστερή φωνή της Ολλανδίας. Διαβάζοντας το άρθρο θα δείτε ότι φυσικά και το PvdA δεν αποβάλει όλα τα χαρακτηριστικά taboo της αριστερίστικης ρητορικής, αλλά συγκρινόμενο με τους έν Ελλάδι «φορείς της μόνης και παντοτινής αλήθειας» φαντάζει «Καρατζαφερικό». Άποψή μου είναι ότι σαφώς και το PvdA δεν υπέκλεψε το πρόγραμμα του ΛΑΟΣ (για να ευθυμήσουμε και λίγο) αλλά τέτοιου είδους συμπεράσματα και θέσεις απορρέουν από την σοβαρή ανάλυση της μακροχρόνιας εμπειρίας λαών που έχουν αντιμετωπίσει τις καταστάσεις που η χώρα μας αντιμετωπίζει την τελευταία 15ετία. Από αυτούς μπορούμε να παραδειγματιστούμε όχι απόλυτα ώς προς τον ακριβή τρόπο αντιμετώπισης της κατάστασής μας (αφού κάθε χώρα έχει τις δικές της γεωπολιτικές και κοινωνικές ιδιαιτερότητες), αλλά ως πρός τον τρόπο ενσωμάτωσης εμπειρικών δεδομένων στις πολιτικοϊδεολογικές μας πεποιθήσεις ως εργαλείο χάραξης γόνιμης πολιτικής με κύριο άξονα την ευημερία του τόπου. Προς αποφυγήν πιθανών παρεξηγήσεων (κυρίως της σκέψεως που θα ήθελα να επικοινωνήσω), σαφώς και υπάρχουν μετανάστες που επιλέγουν την οδό της ενσωμάτωσης, και επίσης η ενσωμάτωση δεν θα πρέπει να συνοδεύεται απαραίτητα και από την πλήρη απώλεια των πολιτισμικών χαρακτηριστικών του μετανάστη (αυτή η περίπτωση ισούται και με απώλεια ευκαιρίας της κοινωνίας υποδοχής για δημιουργική αλληλεπίδραση). Τα της παιδείας έπονται........

17 Φεβ 2010

Οικονομική κρίση στην Ελλάδα. - Διαχειριστική αδυναμία, διαρθρωτική ακαμψία ή συνολική ηθική έκπτωση της κοινωνίας; (Κώστας Δροσάτος - Νέα Υόρκη)

Είναι ίσως η πρώτη φορά που αναρτάται κάτι σε αυτό το φόρουμ επικοινωνίας το οποίο δεν χρειάζεται εισαγωγή. Τα ελληνικά και διεθνή μέσα ενημέρωσης έχουν φροντίσει γι' αυτό επιφέροντας άνευ προηγομένου ενημερωτική εξουθένωση σε Έλληνες και μη πολίτες σχετικά με την οικονομική κρίση στην Ελλάδα.
Για κάποιους αυτό αποτελεί την πλέον ενορχηστρωμένη επίθεση "αιμοδιψών κερδοσκόπων" εις βάρος της Ελλάδας με πρωταρχικό στόχο την περιθωριοποίησή της στο οικονομικό και πολιτικό γίγνεσθαι της Ευρωπαϊκής Ένωσης και σε δεύτερο επίπεδο της απαξίωσης της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης. Κατ' άλλους αποτελεί απόδειξη της διαχειριστικής ανικανότητας της προ 4 μηνών αποχωρήσασας κυβέρνησης ή ακόμα και επικοινωνιακό ατόπημα της αναλαμβάνουσας κυβέρνησης, η οποία "διαφήμισε" τη σαθρή οικονομική κατάσταση της χώρας και έδωσε την αφορμή στους δανειστές να δοκιμάσουν τα όρια των δανειακών αναγκών όπως αυτά αποτυπώνονται στα επιτόκια δανεισμού.
Η διερεύνηση των ερμηνειών αυτών, οπωσδήποτε περιέχει ψήγματα αυτού του τύπου επιχειρηματολογίας. Σε καμμία περίπτωση όμως δεν μπορεί να αποδοθεί αιτιολογική υπόσταση σε αυτά τα επιχειρήματα .
Η ελληνική οικονομία των 10 εκατομμυρίων κατοίκων, αρχής γενομένης από την προ 35ετίας μεταπολίτευση, συσσώρευσε σταδιακά δημόσιο χρέος το οποίο σε απόλυτα νούμερα υπερβαίνει πολλάκις το χρέος υπό το βάρος του οποίου χρεοκόπησαν η Ρωσία των περίπου 150 εκατομμυρίων κατοίκων και η Αργεντινή των περίπου 40 εκατομμυρίων κατοίκων. Η διαδικασία αυτή χαρακτηρίστηκε από επαναλαμβανόμενη υπέρβαση δαπανών και ανισορροπία τους σε σχέση με τα έσοδα. Η διαδικασία αυτή προβλήθηκε ως αναγκαιότητα για την κάλυψη πλειάδας πολιτικών επιλογών και δεσμεύσεων όπως η διεύρυνση της αστικής τάξης, η κοινωνική δικαιοσύνη, η διοργάνωση Ολυμπιακών Αγώνων, η ενίσχυση ασθενεστέρων κοινωνικών ομάδων και άλλων λιγότερο μεγαλεπήβολων πολιτικών σχεδιασμών. Μολονότι ουδείς μπορεί να αμφιβάλλει για την ουσιαστικής σημασίας αναπτυξιακή προοπτική αυτών των επιλογών, η δραματική ανισορροπία μεταξύ των επενδυόμενων κεφαλαίων για την υλοποίηση των επιλογών και των αποδιδομένων κερδών είναι δυνατόν να εξηγηθεί με δύο τρόπους. Είτε ο σχεδιασμός και η εκτέλεση των αναπτυξιακών αυτών σχεδίων δεν πληρούσαν τις αναγκαίες ποιοτικές προδιαγραφές που θα εξασφάλιζαν αειφορία και αύξηση των αποδόσεων, είτε τα επενδεδυμένα κεφάλαια ήταν μακράν περισσότερα από τα πραγματικώς απαιτούμενα για την εκτέλεση των συγκεκριμένων σχεδίων.
Σε κάθε περίπτωση οποιαδήποτε στοιχειωδώς οργανωμένη δομή διαθέτει μηχανισμό ελέγχου εκτέλεσης σχεδίου και μηχανισμό ανάληψης διορθωτικών χειρισμών άμα τη αποκλίσει του βασικού σχεδίου ανάπτυξης. Στην ελληνική πραγματικότητα οι πολίτες ενημερώνονται για διαρκώς αυξανόμενες υπερβάσεις προϋπολογισμών που αφορούν σε αναπτυξιακά σχέδια και κατασκευαστικά έργα. Ποτέ, ωστόσο, δεν περιγράφησαν τα κομβικά σημεία που οδήγησαν στις αποκλίσεις και κυρίως ποτέ δεν αποδόθηκαν ευθύνες σε μέλη των μηχανισμών ελέγχου εκτέλεσης ενός έργου.
Επίστεγασμα της παγίωσης αυτής της κατάστασης στην ελληνική πραγματικότητα αποτελεί η δήλωση πρώην υπουργού και εκ των στενών συνεργατών πρώην πρωθυπουργού σχετικά με την "κατάπτωση του κατηγορητρίου της αντιπολίτευσης που αφορά στην υπέρβαση κατά 12 δις ΕΥΡΩ του προϋπολογισμού των Ολυμπιακών Αγώνων". Σύμφωνα με "περήφανη" δήλωση του ιδίου η υπέρβαση ήταν "μόλις" 6,5 δις ΕΥΡΩ ενώ η αντίδραση των συνομιλητών δημοσιογράφων σχετικά με την ανεδαφικότητα του επιχειρήματος αντιμετωπίστηκε έως γραφική!
Πρόκειται άραγε για διαχειριστική αδυναμία των μηχανισμών ή για ανήθικη και έκνομη δραστηριότητα που οδηγεί σε παγίωση πρακτικών οι οποίες οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στη ζημίωση των δημοσίων ταμείων και στην παγίωση αναλόγων πρακτικών σε όλες τις βαθμίδες της κοινωνίας;
Μια οργανωμένη κοινωνία χαρακτηρίζεται από τη δυνατότητα ταχείας απογραφικής ή καταγραφικής ικανότητας. Πρόσφατα ακούστηκε από ΄την καθ' ύλην αρμόδια κυβερνητική πηγή ότι είναι ανέφικτη η αναλογική μείωση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων γιατί είναι αδύνατη η καταγραφή των μισθών σε χρονικό διάστημα λιγότερο του ενός έτους. Η δικαιολόγηση περιορίστηκε στη διαρθρωτική ακαμψία και τον πεπαλαιωμένο χαρακτήρα του εν λόγω συστήματος. Το γεγονός αυτό αποτελεί την πλέον πασιφανή απόδειξη ότι τα 35 χρόνια που έχουν ακολουθήσει την παλινόρθωση της δημοκρατίας στην Ελλάδα, δεν οργανώθηκε ο κατάλληλος μηχανισμός για τον έλεγχο της κίνησης του χρήματος στον πλέον άκαμπτο παράγοντα δαπανών που είναι η μισθοδοσία των μονίμων υπαλλήλων του δημοσίου τομέα διοίκησης. Αν και αυτό αποτελεί πραγματικότητα είναι πρωτοφανές να αποδίδεται απρόσωπη αιτιολόγηση η οποία προσομοιάζει σε "εκ Θεού πληγή".
Η πρόσφατη ημίσεια αποκάλυψη εξόφθαλμα προκλητικών δηλώσεων εισοδημάτων "γνωστών" μεν, ανωνύμων δε επαγγελματιών αλλά και κατ' επίφαση ασθενών κοινωνικών ομάδων απέδειξε ότι, ως ανεμένετο, η ηθική κατάπτωση της κορυφής της διοικητικής πυραμίδας έχει διαχυθεί και στα κατώτερα στρώματα. Και αυτό αποτελεί πλέον το κεντρικό πρόβλημα που καθιστά επισφαλείς τόσο την αναστροφή της κατάστασης όσο και την καθιέρωση υγιών δομών στους μηχανισμούς λειτουργίας της κοινωνίας. Η δικαιολογημένη απαξίωση εκ μέρους των πολιτών της πολιτικής ζωής οδήγησε το πολιτικό σύστημα σε συνδιαλλαγή με επιλεγμένες μονάδες του κοινωνικού συστήματος. Αυτό έγινε σε μια σχεδιασμένη προσπάθεια ανεύρεσης ερισμάτων που θα εξασφάλιζαν την επιβίωση του ίδιου του πολιτικού συστήματος. Μετά την απαξίωση κεντρικών θεσμών όπως η Δικαιοσύνη και βασικών δομών όπως η Παιδεία, επικράτησε ο "νόμος της ζούγκλας" όπου ο καθένας αναζητά κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό θύλακα επιβίωσης. Οι υγιείς προσπάθειες σε οποιοδήποτε τομέα της κοινωνίας αποτελούν μειοψηφικές εξαιρέσεις που τυγχάνουν ως και απόδοσης χαρακτήρα γραφικότητος.
Η αναστροφή της κατάστασης αυτής μπορεί να έλθει μόνο μέσω αναδιάρθρωσης της δομής αλλά και του αξιακού συστήματος της εκπαίδευσης των νέων ανθρώπων. Η επαναφορά της αξίας στην έννοια της προσπάθειας και η αποκατάσταση μηχανισμών απόδοσης άτεγτης και ανεπηρρέαστης δικαιοσύνης είναι οι μόνες δίοδοι διεξόδου από τη νοσηρή κατάσταση που βιώνει η Ελλάδα σήμερα. Μια τέτοια προσπάθεια θα διαρκέσει σχεδόν μια γενιά. Άλλωστε τόσο υπολογίζεται ότι θα διαρκέσει και η εξυγίανση των δομών της οικονομίας. Τουλάχιστον, ο προτεινόεμνος συνδυασμός οικονομικής και κοινωνικής αναδιάρθρωσης είναι βέβαιο ότι θα δημιουργήσει τους μηχανισμούς ασφαλείας που θα αποτρέψουν την αναβίωση δυσμενειών όπως αυτές των οποίων οι σύγχροινι Έλληνες είναι μάρτυρες.

23 Ιαν 2010

Το κόστος της ενημέρωσης (Πασχος Μανδραβελης - Καθημερινή, 23/1/2010)

Το παρακάτω άρθρο του κ. Πάσχου Μανδραβέλη αναρτάται στο πλαίσιο ανάγκης ανάδειξης ικανών ανθρώπων και σωστά οργανωμένων οργανισμών σε όλους τους τομείς της κοινωνίας.

Η μόνιμη επωδός σε κάθε συζήτηση για το αγροτικό πρόβλημα στην Ελλάδα είναι: «Τι τα θες; Δεν είναι ενημερωμένοι οι αγρότες» Το ίδιο ακούγαμε στη δεκαετία του ’80, το ίδιο στα χρόνια των μεγάλων μπλόκων (δεκαετία ’90), το ίδιο και σήμερα. Τριάντα χρόνια τώρα, οι αγρότες δεν πρόλαβαν να ενημερωθούν. Επομένως ευθυνόμαστε όλοι γι’ αυτό και πρέπει να το πληρώσουμε με το κατ’ έτος κλείσιμο των εθνικών οδών.

Κατ’ αρχήν το επιχείρημα είναι αστήρικτο, διότι στην ελληνική περιφέρεια είναι πολλοί αγρότες που «πρόλαβαν να ενημερωθούν». Υπάρχουν αρκετοί συνεταιρισμοί που θάλλουν. Οι αγρότες της Ζαγοράς Πηλίου παράγουν 15.000 - 20.000 τόνους εξαίσια μήλα «Ζαγορίν», οι μαστιχοπαραγωγοί της Χίου κατάφεραν, μετά από χίλια μύρια κύματα που πέρασε ο συνεταιρισμός τους, να βάλουν τη μαστίχα σε εκατοντάδες προϊόντα των σούπερ μάρκετ, ο συνεταιρισμός κροκοπαραγωγών Κοζάνης τυποποίησε το προϊόν και το προώθησε στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Δεκάδες άλλοι συνεταιρισμοί ανά την επικράτεια απέδειξαν έμπρακτα ότι α) το συνεταιριστικό κίνημα δεν έχει μόνο σπατάλες και διαφθορά, έχει και πολλά success stories, β) οι αγρότες της περιφέρειας δεν είναι οι «ηλίθιοι του χωριού», όπως διάφοροι «φίλοι του λαού» προσπαθούν να τους παρουσιάσουν. Εχουν προσλαμβάνουσες, ξέρουν τι γίνεται στον κόσμο και όταν δραστηριοποιούνται πάνε καλά.

Να συμφωνήσουμε λοιπόν ότι κανείς δεν πήγε να ενημερώσει τους ηρωικούς αγρότες της Θεσσαλίας για το πώς πετυχαίνει ένας συνεταιρισμός. Ομως, η Ζαγορά Πηλίου απέχει μία ώρα από τα μπαράκια της Λάρισας, στα οποία συχνάζουν οι αδικημένοι του θεσσαλικού κάμπου. Δεν μπορούσαν να πεταχτούν με τα καινούργια 4x4 μια μέρα για να ενημερωθούν;

Ισως λοιπόν, πρέπει να το πάρουμε απόφαση. Θα υπάρχουν αγρότες που αδυνατούν να ενημερωθούν. Αφού δεν τα κατάφεραν εδώ και τριάντα χρόνια, θα τα καταφέρουν τώρα με το ένα δισ. ευρώ που ζητάνε μόνο για φέτος; Μάλλον όχι. Οπότε, αν είναι να πληρώσουμε για μια ακόμη φορά, ας το κάνουμε υπό μία προϋπόθεση: η κυβέρνηση να φτιάξει ένα κονδύλι στον προϋπολογισμό που θα τον ονομάσει «δαπάνες ανοίγματος των δρόμων». Πιθανώς θα μπορεί να εντάξει εκεί και τα Τέμπη που ανατίναξαν οι εργολάβοι, οι οποίοι επίσης δεν ήταν ενημερωμένοι για τη διάβρωση του εδάφους και ζητούν επίσης τα ρέστα.

21 Δεκ 2009

Να συγκριθούν με έναν Κουμάντο - Αλέξης Παπαχελάς (Καθημερινή, 9 Δεκεμβρίου 2009)

Να συγκριθούν με έναν Κουμάντο

Του Aλεξη Παπαχελα

Μεγαλώσαμε με τον μύθο του καθηγητή με κεφαλαίο Κ που δίδασκε, πέρα από τα μαθήματά του, και γενναιότητα. Οι πιο παλιοί διηγούντο ιστορίες με τον Τσάτσο, που οι φοιτητές του τον κουβάλησαν στην πλάτη έπειτα από μια πατριωτική ομιλία εν μέσω Κατοχής ή τον Σβώλο που μαγνήτιζε το ακροατήριό του. Και βεβαίως μετά είχαμε τον Κουμάντο, τον Καράγιωργα, τον Λευτέρη Παπαγιαννάκη. Τι κοινό είχαν αυτοί οι ακαδημαϊκοί δάσκαλοι; Πως δεν φοβούνταν να πουν τα πράγματα με το όνομά τους και να κάνουν αντίσταση όταν το κόστος ήταν οδυνηρά μεγάλο γι’ αυτούς. Οι πιο πρόσφατοι ήρωές μας είχαν όμως και ένα ακόμη χαρακτηριστικό: ήταν ταυτόχρονα οι πιο σκληροί και αυστηροί κριτές της εξουσίας όταν παραβίαζε τα ανθρώπινα δικαιώματα οιουδήποτε, αλλά και οι πιο σκληροί πολέμιοι της αυθαιρεσίας και της βίας η οποία καλύπτεται υπό τον μανδύα της δήθεν αμφισβήτησης.

Το ελληνικό πανεπιστήμιο πήρε δυστυχώς τον κατήφορο ύστερα από τον μοιραίο νόμο πλαίσιο που είχε συνταχθεί με τις καλύτερες των προθέσεων, αλλά κατέληξε σε ένα άρρωστο σύστημα διαπλοκής μεταξύ καθηγητών - κομμάτων και φοιτητοπατέρων. Ο πρύτανης είχε ανάγκη τα κόμματα για να εκλεγεί, ο φοιτητής τον φοιτητοπατέρα για να περάσει κανένα μάθημα, ο καθηγητής φοβόταν τον φοιτητοπατέρα για να μη φάει ξύλο και ο φαύλος κύκλος της μετριότητος συνεχιζόταν για πολλά χρόνια. Στον πάτο του κατήφορου είχαμε το φαινόμενο των μικρών μαφιών που διοικούσαν τμήματα του πανεπιστημίου, έκαναν τις «δουλειές» τους και φέρονταν στο πανεπιστήμιο σαν να είναι ο σταύλος του σπιτιού τους.

Τη θέση των καθηγητών με κεφαλαίο Κ έπαιρναν πολλές φορές «ανθρωπάκια» που φοβούνταν τον ίσκιο τους και όλη τους η ενέργεια ξοδευόταν σε μια συνεχή συνδιαλλαγή με φοιτητικές παρατάξεις, συμμορίες βίας κ.λπ. Τα αποτελέσματα είναι εμφανή και τα βλέπουμε κάθε τόσο στις οθόνες μας.

Πολλοί όμως πολίτες που πονάνε το δημόσιο πανεπιστήμιο και τον ιδρώτα του ελληνικού λαού (που πληρώνει κάθε χρόνο από την τσέπη του το 12% των πανεπιστημιακών δαπανών για την αποκατάσταση ζημιών) έχουν αποφασίσει πως «ώς εκεί και μη παρέκει». Θέλουν τα αυτονόητα: πανεπιστήμια που φυλάσσονται από δικούς τους φύλακες απ’ όσους θέλουν να τα σπάσουν, ελεύθερη διακίνηση ιδεών, αλλά όχι ουσιών ή εύφλεκτων υλών, πανεπιστημιακό άσυλο που προστατεύει τους πάντες απέναντι στην αυθαιρεσία τόσο του κράτους όσο και διαφόρων συμμοριών. Δεν θα είναι μια εύκολη υπόθεση και θα έχει μεγάλο κόστος γι’ αυτούς που θα μπουν μπροστά. Από την άλλη, όμως, η χώρα έφτασε εδώ που έφτασε από τα πολλά βολεμένα «ανθρωπάκια» που έφτασαν χωρίς να το καταλάβουν ή να το αξίζουν στην κορυφή. Καιρός να αναδειχθούν, ειδικά από τα πανεπιστήμια, εκείνοι που αξίζουν να συγκριθούν με έναν Σβώλο, έναν Κουμάντο, έναν Καράγιωργα..

13 Δεκ 2009

Νέα συζήτηση επί της νομοθεσίας περί του ακαδημαϊκού ασύλου (Κώστας Δροσάτος - Νέα Υόρκη)

Με αφορμή τα πρόσφατα -πολλάκις επαναληφθέντα- επεισόδια που ατυχώς συνόδευσαν τις εκδηλώσεις στη μνήμη του 15χρονου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, ο οποίος σκοτώθηκε από αστυνομικό πριν από 1 χρόνο, επανήλθε η συζήτηση επί της σημασίας διατήρησης ή της αναγκαιότητας κατάργησης του θεσμού του ασύλου.
Η συζήτηση αυτή έχει καταστεί επίκαιρη με σχεδόν αδιάλειπτη συνέχεια τα τελευταία 15 χρόνια. Τα επιχειρήματα υπέρ της μίας -διατήρησης- ή της άλλης -κατάργησης- άποψης είναι πολλά και βάσιμα.
Αναμφίβολα, μια δημοκρατική κοινωνία ουδόλως χρήζει ανάγκης οποιασδήποτε ασυλίας εντός του ιδεολογικού και λειτουργικού ζωτικού της χώρου, εφόσον λειτουργεί ορθώς. Το δεδομένο αυτό ,το οποίο συνάδει με την κοινή λογική, τροφοδοτεί την επιχειρηματολογία όσων θεωρούν ανώφελη τη διατήρησή του.

Οι εκάστοτε, έστω και σπάνιες, αποκλίσεις από την ορθή λειτουργία της δημοκρατίας και η ανάγκη ύπαρξης θεσμικού αποθέματος, το οποίο συνεισφέρει στη σημειολογική προάσπίση αυτονόητων αρχών της δημοκρατίας αποτελούν τη βάση της επιχειρηματολογίας όσων διάκεινται υπέρ της διατήρησής του.
Το ερώτημα που εγείρεται αφορά στη δυναμική της αποτελεσματικότητας της κατάργησής του πανεπιστημιακού ασύλου ως προς τον περιορισμό ενδοπανεπιστημιακών βανδαλισμών και βίαιων εκδηλώσεων που έχουν πλέον παγιωθεί ως περιοδικά επαναλαμβανόμενα φαινόμενα της καθημερινής πραγματικότητας στην Ελλάδα.
Τα προβλήματα που ανακύπτουν από αυτού του είδους την προσέγγιση, κατά τη γνώμη μου, γεννώνται από την προσέγγιση αυτή καθ' εαυτή. Το πανεπιστημιακό άσυλο αποτελεί μέσο προστασίας της ελεύθερης έκφρασης όλων των πνευματικών και ιδεολογικών ρευμάτων, ενδεχομένως ακόμα και αυτών που ασκούν κριτική σστη δημοκρατία. Επιπρόσθετα, προασπίζει το δικαίωμα των πανεπιστημιακών αρχών να διοικούν ελεύθερα και χωρίς παρεμβάσεις τα πανεπιστήμια στο πλαίσιο του Συντάγματος και της κείμενης νομοθεσίας. Συνάμα, περιφρουρεί το δικαίωμα των μελών του Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού να ερευνούν, να διδάσκουν και να διατυπώνουν επιστημονικές απόψεις ελεύθερα και χωρίς παρεμβάσεις αλλά και το δικαίωμα των φοιτητών να σπουδάζουν, να συζητούν, να αμφισβητούν και να τεκμηριώνουν τις επιστημονικές απόψεις τους ελεύθερα και χωρίς παρεμβάσεις. Τέλος τονίζει την υποχρέωση όλων των μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας να διασφαλίζουν και να διαφυλάττουν ως κόριν οφθαλμού τις ακαδημαϊκές αξίες και την αδιάλειπτη λειτουργία του πανεπιστημίου και να προστατεύουν τη δημόσια περιουσία, η οποία ανήκει σε αυτό. Είναι προφανές από το πλαίσιο που εύστοχα προσδιορίζει παραπάνω ο πρύτανης του Πολυτεχνείου Κρήτης, Δρ. Ι. Γρυσπολάκης, ότι το άσυλο δεν παρέχει προστασία σε έκνομες πράξεις και βιαιότητες. Αντίθετα έχει πολλάκις καταπατηθεί από τους κατ' επίφασιν υποστηρικτές του, οι οποίοι ουκ ολίγες φορές έχουν αποκλείσει, μέσω καταλήψεων, την ελεύθερη πρόσβαση, εργασία, μελέτη και ανταλλαγή απόψεων φοιτητών και καθηγητών των πανεπιστημίων.
Είναι απατηλή ψευδαίσθηση η καθεστηκυΐα νοοτροπία ότι το πανεπιστημιακό άσυλο αποτελεί αδιαπέραστη "ασπίδα" των παρανομούντων στοιχείων έναντι της εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας. Αυτή η νοοτροπία έχει έντεχνα υποβληθεί στην ελληνική κοινωνία. Αντίθετα, η υπάρχουσα νομοθεσία επιτρέπει στην αστυνομία να επέμβει εντός των ορίων του πανεπιστημίου χωρίς την πρόσκληση πρύτανη ή εισαγγελέα, όποτε εκτελούνται αξιόποινες πράξεις. Αυτό δεν έχει συμβεί ποτέ παρά την καταφανή εκτέλεση τέτοιων πράξεων.
Η μη εφαρμογή νόμου, σε οποιαδήποτε δημοκρατία, αποτελεί ποινικά κολάσιμη πράξη. Στην Ελλάδα δεν έχει τιμωρηθεί ποτέ κανένα όργανο της εκτελεστικής εξουσίας για την άρνηση ή την αδυναμία εκτέλεσης του νόμου, ο οποίος προβλέπει τις ενέργειες για την αποτροπή επίδοξων καταχραστών της ελευθερίας του πανεπιστημιακού ασύλου.

Ιδιαίτερης αξίας είναι οι δηλώσεις του προέδρου της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδας, κ. Μπάγια,που φιλοξενούνται στην εφημερίδα Καθημερινή και οι οποίες αποσαφηνίζουν τα περί της νομοθεσίας του ασύλου ισχύοντα: "Ο ισχύων νόμος είναι επαρκής. Δεν απαιτείται νέος νόμος. Αρκεί ο νόμος να εφαρμόζεται και εκείνοι, αυτό τονίζει, που έχουν την ευθύνη να αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους. Είτε πρόκειται για τις πρυτανικές αρχές, είτε πρόκειται για τις αστυνομικές δυνάμεις".
Είναι πέραν πάσης αμφισβητήσεως η ακραία εκτροπή των εντός των πανεπιστημίων διαδραματιζόμενων γεγονότων, από τον νοηματικό και ιδεολογικό άξονα ελευθεριών, ο οποίος ορίζεται από τις έννοιες της ακαδημαϊκής ελευθερίας και του πανεπιστημιακού ασύλου.
Η κατάργηση του νόμου περί ασύλου το μόνο που, κατά τη γνώμη μου, θα επιτύχει θα είναι η υιοθέτηση ενός ακόμη "αγωνιστικού" συνθήματος από τους νυν καταχραστές του και η εντατικοποίηση των εκδηλώσεων βίας και ακύρωσης της ομαλής λειτουργίας των πανεπιστημιακών μονάδων, μέσω καταλήψεων, απεργιών και διαδηλώσεων.
Η πιστή εφαρμογή της υπάρχουσας νομοθεσίας και η τιμωρία όσων την καταπατούν ή ευθύνονται για τη μη εφαρμογή της οφείλει να αποτελέσει την πεμπτουσία των διεκδικήσεων των υγιών δυνάμεων της κοινωνίας. Άλλωστε, η μη εφαρμογή του υπάρχοντος νόμου από την εκτελεστική εξουσία καθιστά επισφαλή τη δυνατότητα εφαρμογής ενδεχόμενου νέου νόμου που θα αντικαταστήσει τον υπάρχοντα.

24 Νοε 2009

Οι της Ελληνικής παιδείας μετέχοντες (ή περί μετανάστευσης, Μέρος 1ο - Ιορδάνης Καραγιαννίδης- Λός Άντζελες)

Αν και ανέκαθεν θεωρούσα το μεταναστευτικό ως ένα από τα φλέγοντα ζητήματα της Ελληνικής πολιτείας, το κυρίως έναυσμα για την συγγραφή αυτού του άρθρου μού δόθηκε μετά τις πρόσφατες δηλώσεις διαφόρων υπουργών αλλά και του ιδίου του πρωθυπουργού, κατά την διάρκεια του 3ου Παγκόσμιου φόρουμ για την μετανάστευση (αλλά και νωρίτερα, ακομα και από την προηγούμενη κυβέρνηση), περί χορηγήσεως, πρώτον, δικαιώματος ψήφου στους μετανάστες και δεύτερον, της ιθαγένειας σε παιδιά μεταναστών που έχουν γεννηθεί στήν Ελλάδα. Αρχίζοντας, θα ήθελα, σε μία προσπάθεια ίσως να προϊδεάσω για την ανεπάρκειά μου να καλύψω δεόντος το θέμα, να τονίσω ότι οι απόψεις που παραθέτω είναι προϊόν ενός συνδυασμού προσωπικών βιωμάτων σε μία χώρα (ΗΠΑ) με μεγάλη πολιτιστική ετερογένεια, στοιχειώδους ενασχόλησης με την αρθρογραφία στον Ελληνικό και διεθνή τύπο, και τέλος της όποιας φιλοσοφικής τάσης που συνειδητά αλλά και ασυναίσθητα απέκτησα απο την τριβή μου με την Ελληνική αλλά παγκόσμια γραμματεία. Επιπροσθέτως οι γνώμες που μπορεί να παρατεθούν ως απόρροια της προσέγγισης μου δεν αποτελούν επιστημονική ανάλυση αλλά πιθανώς τις σκέψεις/απορίες ενός απλού πολίτη. Τρία είναι λοιπόν κατά την ταπεινή μου άποψη τα θεμελιώδη ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν (και εδώ οι πολιτικά ορθές απόψεις ή ταμπού δεν έχουν καμία θέση) πρίν κάν λάβω θέση για το τι πιστεύω για της επιπτώσεις της μετανάστευσης και την σοβαρότητα των μελλοντικών μέτρων που ανέφερα προηγουμένως. Πρώτον, κατά πόσο γίνεται να ενσωματωθούν οι μετανάστες, ειδικά με τους σημερινούς ρυθμούς προσέλευσής τους, στην Ελληνική οικονομική πραγματικότητα; Σύμφωνα με τις πιό «αισιόδοξες» εκτιμήσεις ο αριθμός των μεταναστών στην χώρα μας ανέρχεται στο 1,5 εκατομμύριο (περίπου 12.5% του συνόλου). Σύμφωνα δε με τα πιό απαισιόδοξα σενάρια μπορει ο αριθμός αυτός να αγγίζει και τα 2,3 εκατομμύρια (περίπου 20% του συνόλου), τοποθετώντας έτσι τη χώρα μας στις κορυφαίες (αν όχι με διαφορά στην κορυφαία) θέσεις στην Ευρώπη ποσοστιαία. Εδώ, και σύμφωνα με την Ελληνική παράδοση, δεν υπάρχει καμία εμπεριστατωμένη έρευνα απο την Ελληνική πολιτεία για το ποιό είναι επιτέλους αυτό το όριο αριθμού μεταναστών το οποίο μπορεί να σηκώσει η χώρα οικονομικά. Εκτός και εάν υπάρχει και τα οποιαδήποτε αποτελέσματα δεν συνάδουν με τους κανόνες πολιτικής ορθότητας (οπότε είτε αποκρύπτονται, ή δημοσιοποιούνται μεταξύ συνδαιτημόνων). Και όλα αύτα όταν το μόνο σίγουρο είναι ότι οι αριθμοί αυτοί έχουν προ πολλού ξεπεραστεί. Ακόμα και ελλείψει επιστημονικού επιπέδου κοινωνικοοικονομικών αναλύσεων επί του συγκεκριμένου θέματος, είναι εξόφθαλμο το συμπέρασμα ότι αυτά τα ποσοστά είναι τεράστια ειδικά εάν τα συγκρίνουμε με τα αντίστοιχα της Ολλανδίας (περίπου 10% του συνόλου) η οποία είναι παραδοσιακά χώρα υποδοχής μεταναστών (έχοντας φτάσει σε αυτά τα νούμερα σε σαφώς μεγαλύτερο βάθος χρόνου απο ότι η Ελλάδα) και φημίζεται για την επιτυχία ενσωμάτωσής τους (σε αυτό το ανέκδοτο θα επανέλθω)..........

22 Νοε 2009

Η αξιοπιστία...(Tου Νικου Κωνστανταρα - Καθημερινή, 22/12/2009)

Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τραπέζης, Ζαν-Κλοντ Τρισέ, δηλώνει ότι η Ελλάδα κινδυνεύει να χάσει την αξιοπιστία της και ζητεί «ένα σοβαρό σχέδιο ανάταξης» της οικονομίας μας. Την ίδια ώρα, ο πρωθυπουργός επαναλαμβάνει ότι προτεραιότητά του είναι να τηρηθούν οι προεκλογικές υποσχέσεις του ΠΑΣΟΚ. Οι δεσμεύσεις για τη διοχέτευση μερικών δισ. ευρώ με στόχο την ανάπτυξη και τη βοήθεια σε ανθρώπους με χαμηλά εισοδήματα, κινούνται σε αντίθετη κατεύθυνση απ’ αυτήν που αναμένει η Ευρωπαϊκή Ενωση. Ετσι εγείρεται θέμα αξιοπιστίας: αν η κυβέρνηση τηρήσει τις υποσχέσεις στους ψηφοφόρους, θα φανεί αξιόπιστη προς αυτούς, αλλά αν με αυτόν τον τρόπο δεν μπορέσει να μειώσει το δημόσιο έλλειμμα και το χρέος, τότε η χώρα θα αποδειχθεί αναξιόπιστη προς τους Ευρωπαίους εταίρους της. Πώς μπορεί μια αφηρημένη έννοια, όπως η «αξιοπιστία» να παρουσιάζεται ως ένα απόλυτο, πλατωνικό ιδεώδες, αλλά να σημαίνει διαφορετικά πράγματα σε διαφορετικές περιστάσεις;

Στην πολιτική, η αξιοπιστία –όπως η αλήθεια– είναι σχετική, μια ρευστή έννοια. Καμιά φορά πρέπει να φανούμε αναξιόπιστοι κάπου, για να ανακτήσουμε αξιοπιστία αλλού. Για παράδειγμα, αν το ΠΑΣΟΚ έβγαινε σήμερα και έλεγε ότι όταν μοίραζε προεκλογικές υποσχέσεις δεν γνώριζε πόσο δύσκολη ήταν η πραγματική δημοσιονομική κατάσταση –λόγω της αναξιοπιστίας της προηγούμενης κυβέρνησης– δεν θα έπρεπε να φοβάται το πολιτικό κόστος της αθέτησης των υποσχέσεων του. Η Νέα Δημοκρατία, η οποία συνεχώς αναθεωρούσε το έλλειμμα και το χρέος, δεν θα μπορούσε να καταγγείλει το ΠΑΣΟΚ για αναξιοπιστία, λόγω της δικής της αποτυχίας. Η εμμονή του ΠΑΣΟΚ, όμως, να τηρήσει αυτά που δεν μπορεί να τηρήσει, εκθέτουν και τους κυβερνώντες και την Ελλάδα ως ανίκανους στην αντιμετώπιση του οικονομικού προβλήματος.

Εδώ φαίνεται ότι ο Γιώργος Παπανδρέου έχει βγάλει εσφαλμένα συμπεράσματα από τη συμμετοχή του στις κυβερνήσεις του πατέρα του. Ο Ανδρέας Παπανδρέου έπαιζε με την αξιοπιστία όπως τον βόλευε («αναξιόπιστα», δηλαδή). Επειδή γνώριζε καλά τους οπαδούς του, ήξερε ότι στην πολιτική μπορείς να λες ένα και να κάνεις το άλλο. Εξελέγη το 1981 με τη δέσμευση να αποσύρει την Ελλάδα από την ΕΟΚ και το ΝΑΤΟ. Το 1985, επανεξελέγη πανηγυρικά, ενώ δεν είχε κάνει ούτε το ένα ούτε το άλλο. Αυτό που είχε πετύχει, όμως, ήταν να πείσει τους ψηφοφόρους του να πιστεύουν ότι θα βελτίωνε το επίπεδο ζωής τους, και ας μην τηρούσε όλες τις υποσχέσεις του. Μέσα από την ανακολουθία του τηρούσε μια μορφή αξιοπιστίας. Σήμερα που η χώρα απειλείται άμεσα με χρεοκοπία, πιστεύει κανείς ότι αυτά που προτείνει το ΠΑΣΟΚ θα βελτιώσουν τη ζωή μας;

Ο Κώστας Καραμανλής, επίσης, έπαιξε περίεργο παιχνίδι με την αξιοπιστία: ενώ μιλούσε με περισσή αυστηρότητα για τα επιτεύγματα της κυβέρνησής του στην οικονομία, και συνεχώς ανήγγελλε μεταρρυθμίσεις, η αντιμετώπιση των προβλημάτων ήταν τόσο άτολμη και αποτυχημένη ώστε να αποτελεί οικτρή αθέτηση των δικών του δεσμεύσεων. Οι τελευταίες, προεκλογικές υποσχέσεις για «σφιχτή» οικονομική πολιτική απλώς επιβεβαίωναν την προηγούμενη ανακολουθία κηρυγμάτων και πράξεων. Οι παλινωδίες της δικής του κυβέρνησης, εξάλλου, είναι που στοιχειώνουν τις σχέσεις μας με την Ευρώπη σήμερα. Επίσης, η κατάργηση αποφάσεων και συμφωνιών (όπως αυτές της απόσυρσης αυτοκινήτων και της παραχώρησης προβλήτας του Πειραιά στην Cosco) δεν εκθέτουν το ένα ή το άλλο κόμμα, αλλά το αναξιόπιστο ελληνικό κράτος.

Δυστυχώς, όμως, δεν είναι μόνον η Ελλάδα που υποφέρει από έλλειψη αξιοπιστίας. Τα θλιβερά παζάρια τα οποία οδήγησαν στην επιλογή δύο εντελώς άσημων πολιτικών να αναλάβουν την προεδρία και την εξωτερική πολιτική της μεγαλύτερης οικονομίας του κόσμου, δείχνει ότι οι 27 ηγέτες της Ε.Ε. δεν είναι έτοιμοι να υποταχθούν στις δομές της νέας ένωσης, στην ανάγκη να αποκτήσει την αναγκαία αξιοπιστία. Για να παραμείνουν κυρίαρχοι στη δική τους χώρα, υπονομεύουν την Ευρώπη και τη σχέση της χώρας τους με την Ε.Ε. Ο,τι κάνει η Ελλάδα στον τομέα της οικονομίας, δηλαδή. Και για μεν την Ελλάδα, το κόστος της αναξιοπιστίας είναι ακριβότερο χρήμα, η απειλή της χρεοκοπίας και η χλεύη των εταίρων. Για την Ευρώπη, όμως, αν οι νέοι ηγέτες δεν σταθούν στο ύψος των περιστάσεων, η πιο ελπιδοφόρα ένωση ελεύθερων λαών που υπήρξε ποτέ κινδυνεύει με απαξίωση και κατάρρευση.

1 Νοε 2009

Σταυροδρόμι θεμελίωσης αξιών και όχι επιλογής οικονομικών θεωριών (Κώστας Δροσάτος - Νέα Υόρκη)

Η Ελλάδα για πολλοστή φορά στη νεότερη και σύγχρονη ιστορία της βρίσκεται σε ένα "κρίσιμο σταυροδρόμι". Όπως κάθε φορά η οικονομική παράμετρος της δυσμενούς αυτής πραγματικότητας φαντάζει ως η πλέον δυσεπίλυτη και ταυτόχρονα η πλέον καθοριστική για την επιλογή της σωστής κατεύθυνσης. Η κοινωνία ως μη έχουσα εναλλακτική ισχυρή διέξοδο διαφυγής αντέδρασε προσφέροντας τη δυνατότητα χάραξης νέας εθνικής πορείας στην ισχυρότερη, ως προς την προοπτική άσκησης διακυβέρνησης, εναλλακτική δύναμη της χώρας. Ταυτόχρονα οδήγησε το κόμμα που ασκούσε, έως πριν λίγο καιρό, τη διακυβέρνηση σε αναγκαστική και υποχρεωτική αναζήτηση ιδεολογικού προσανατολισμού και στην αναθεώρηση της διοκητικής του δομής αλλά και του ηγέτη στο πρόσωπο του οποίου θα στοιχειοθετηθεί ο προσανατολισμός της δική του νέας πορείας.
Η νέα κυβέρνηση κλήθηκε, μέσα σε ένα γενικευμένο σκηνικό παγκόσμιας οικονομικής δυσλειτουργίας, να κάνει τον "τροχό" να κυλήσει και πάλι, επιλέγοντας εκτός από τη μέθοδο κινητοποίησής του και την αλλαγή της κατεύθυνσης της πορείας του.
Η πανάκεια ωστόσο δεν πρόκειται να επέλθει μέσω της αλλαγής της πορείας της οικονομίας αλλά μέσω της αλλαγής των δομών της κοινωνίας και κυρίως των τάσεων και προτεραιοτήτων της. Η αποτυχημένη διαχείριση επί των οικονομικών της απελθούσας κυβερνήσης δεν αποτελεί μόνο ένδειξη των λανθασμένων επιλογών και των ύποπτων διαχειριστικών πρακτικών μεμονωμένων μονάδων. Αποτελεί κυρίως απόδειξη της διαβρωμένης κοινωνικής συνοχής και της διεφθαρμένης ατομικής πρακτικής άμα τη εμφανίσει της ευκαιρίας είτε για πλουτισμό είτε για αναρρίχηση άνευ αξιακού αντικρύσματος.
Οι ευθύνες, αν και δεν στερούνται συνάφειας με τα ευρεία στρώματα της κοινωνίας, πηγάζουν κατά κύριο λόγο από τους νομοθετούντες και τους ελέγχοντες τη λειτουργία κάθε επιμέρους δραστηριότητας των διοικητικών, εκπαιδευτικών και κοινωνικών δομών. Η εκ βάθρων απαξίωση τόσο της έννοιας της προσπάθειας καθ' εαυτής όσο και του συνεχούς ελέγχου της προόδου της και κυρίως η απουσία της αξιωματικής σύνδεσής της με τη διαδικασία επιβράβευσης συνιστούν καταλυτικούς ανασταλτικούς παράγοντες για την επικράτηση της διαφάνειας και της άμιλλας. Η απουσία αυτών των στοιχείων είναι η κύρια αιτία όχι μόνο για την εμφάνιση αδιαφανών πρακτικών αλλά και για την επιδεικτική ανοχή και συγκάλυψη εκ μέρους των διοικητικών και ελεγκτικών μηχανισμών που οδήγησαν σε νοσηρή στασιμότητα.
Η νυν αλλά και οι επόμενες εν Ελλάδι κυβερνήσεις οφείλουν να αποκαταστήσουν τις θεμελιώδεις αυτές αξίες στις δομές της κοινωνίας. Αυτό μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο μέσω ρηξικέλευθων και ουσιαστικών και όχι απλά εντυπωσιακών παρεμβάσεων στη δομή και το περιεχόμενο όλων των βαθμίδων εκπαίδευσης. Η διάβρωση έχει εισχωρήσει σε επικίνδυνα μεγάλο κοινωνικό βάθος και μόνο η δημιουργία ανθρώπων με ριζικά διαφορετικό αξιακό σύστημα μπορεί να λειτουργήσει ευεργετικά. Κοινωνία που θα έχει ενστερνιστεί αξίες όπως η άμιλλα και η αριστεία θα είναι σε θέση να αναδείξει ηγέτες που θα τελέσουν χρηστή διαχείριση και θα συνεισφέρουν στην οικονομική ευμάρεια και την παγίωση ισχυρής κοινωνικής συνοχής. Σε αντίθετη περίπτωση, ακόμα και ενδεχόμενη επιτυχία στην οικονομική ανασυγκρότηση θα τελεί άνευ αντικρύσματος καθώς η κοινωνία θα μετατραπεί σε πολυπράγμουσα εθνική "εταιρεία" χωρίς συνοχή και κυρίως χωρίς εθνική ταυτότητα που θα εξασφαλίσει την πρόοδό της και της διαχρονική παρουσία της.

7 Αυγ 2009

Οι ευθύνες των πολιτικών (Άρης Τερζόπουλος, ΚΛΙΚ)

Αν το πολιτικό σύστημα θέλει να βρει κάποιο μέρος από την αξιοπιστία, πρέπει να βρει τρόπο να αλλάξει το Νόμο περί Ευθύνης Υπουργών
Όταν ο Κώστας Σημίτης στη διάρκεια της δεύτερης τετραετίας του έφερε στη Βουλή, στον περίφημο πια Νόμο περί Ευθύνης Υπουργών, ήξερε πολύ καλά τι έκανε και γιατί το έκανε. Τα σκάνδαλα στη διάρκεια της δεύτερης τετραετίας του έδιναν κι έπαιρναν και ακόμη και ο πιο άσχετος μπορούσε να είναι σίγουρος, ότι κάτι απ’ όλα θα έβγαινε στην επιφάνεια. Η υπόθεση της Ζήμενς για παράδειγμα ήταν γνωστή σε πολλούς από εκείνη την εποχή, μια και ο έρωτας τα λεφτά και ο βήχας δεν κρύβονται. Ο Κώστας Καραμανλής ακόμη δεν εννοεί να καταλάβει πως η μεγαλύτερη αιτία της πτώσης της Νέας Δημοκρατίας, είναι το ότι δεν έκανε τίποτα -ή σχεδόν τίποτα- ούτε για τα σκάνδαλα του Πασόκ, ούτε για τα σκάνδαλα της δικής του Κυβέρνησης. Όλο το πολιτικό σύστημα επίσης δεν εννοεί να κατανοήσει, το πόσο έχει απαξιωθεί το επάγγελμά τους -κανείς δεν το λέει λειτούργημα πια- εξ αιτίας αυτού του νόμου και εξ αιτίας της ανοχής όλου του πολιτικού συστήματος στα σκάνδαλα, μια και σχεδόν όλο το φάσμα του πολιτικού συστήματος είναι κάπου, κάπως αναμεμειγμένο.
Δεν ξέρω που συχνάζουν οι επαγγελματίες πολιτικοί, αλλά εκεί που συχνάζω εγώ, οι πολίτες όλων των πολιτικών αποχρώσεων είναι εξοργισμένοι με αυτό το νόμο, που σε σχέση με τα οικονομικά σκάνδαλα ξεχωρίζει τους πολίτες σε δυο κατηγορίες, απέναντι στη Δικαιοσύνη. Από τη μια μεριά οι πολιτικοί και από την άλλη όλοι οι υπόλοιποι. Κάτι που υποστηρίζεται και με το απαράδεκτο ευφυολόγημα «να μην ποινικοποιήσουμε την πολιτική ζωή».
Το ερώτημα που ανακύπτει είναι γιατί να μην ποινικοποιήσουμε την πολιτική ζωή, όταν πρόκειται για οικονομικά σκάνδαλα και μάλιστα τεραστίου μεγέθους, τη στιγμή που όλοι οι υπόλοιποι πολίτες χάνουν τις περιουσίες τους και καταλήγουν στη φυλακή, για πολύ-πολύ μικρότερες οικονομικές ατασθαλίες. Να την πονικοποιήσουμε και να την παραποινικοποιήσουμε. Η κοροϊδία έχει και τα όριά της, ιδίως σ’ αυτές τις δύσκολες εποχές.